Write Your Stories..

Καλώς ήρθες, στην παρέα μας!

Ένας νέος κόσμος, με μπόλικη φαντασία,ρομαντισμό,
τρόμο και συγκίνηση σε περιμένει!

Θυμάσαι τότε που έγραφες αποσπάσματα της φαντασίας σου
χαρτάκια και τα έκρυβες στο συρτάρι σου?

Και όταν τα έβρισκε η μητέρα σου ένιωθε υπερήφανη
για σένα? Καιρός να δείξεις αυτό που είσαι!

Καιρός να βγάλεις από μέσα σου το ταλέντο που κρύβεις!

Just start to write your storie!

Darkness...(by Goldering)

Πήγαινε κάτω

Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Δευ Αυγ 15, 2011 11:56 am

DARKNESS

Μέρος 1ο:
DARK SIDE

Εισαγωγή

«Τρέχαααα», η φωνή της Λενόρ ακούστηκε πνιχτή πίσω μου. Έτρεχα, αυτό έκανα, έτρεχα παρότι ήμουν πληγωμένη και το αίμα έτρεχε ποτάμι από το μέτωπο μου, έπεφτε καυτό στα μάτια μου και θόλωνε την όραση μου.
«Τρέχα Λέικ, τρέχα», αυτή τη φορά η φωνή της ακούστηκε πιο κοντά μου. Δεν άντεξα άλλο, κατέρρευσα. Η Λενόρ με έφτασε μέσα σε μια στιγμή. «Λέικ, τι κάνεις; Τρέχα» με παρακίνησε παρακλητικά. Ξέραμε κι οι δυο ότι οι διώκτες μας, θα μας έφταναν από στιγμή σε στιγμή…
«Λενόρ, δεν μπορώ, φύγε» της είπα ξέπνοα, δεν θα τα κατάφερνα, όλα είχαν τελειώσει. Η όραση μου ήταν θολή κι έτσι δεν κατάφερα να δω το πρόσωπο της, μα όταν άκουσα τη χροιά στη φωνής της κατάλαβα ότι είχε πάρει το πιο αποφασιστικό της βλέμμα. «Τότε δεν μου αφήνεις άλλη επιλογή» είπε και ταυτόχρονα τοποθέτησε το ένα χέρι της στη μέση μου, καταφέρνοντας τελικά να με σηκώσει. Πράγμα τεχνικά αδύνατο, καθώς τα Ξωτικά έχουν λιγότερη μυϊκή δύναμη από εμάς, τα Σκοτεινά Ξωτικά. Κι όμως, η Λενόρ τα κατάφερε.
Η ανακούφιση μας, δεν κράτησε για πολύ, δεν είχαμε κάνει ούτε δυο βήματα, όταν ξαφνικά ακούσαμε κάτι να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω μας, σφυρίζοντας. Το βέλος καρφώθηκε στην πλάτη μου με απίστευτη δύναμη, η αιχμή του διαπέρασε τη σάρκα μου και το δηλητήριο με έκαψε. Αίμα και ζωή άρχισαν να ρέουν μέσα από το λαβωμένο μου σώμα και να με εγκαταλείπουν με γοργούς ρυθμούς…
Η Λενόρ ούρλιαξε καθώς εγώ έπεφτα ξανά στα γόνατα, ενώ τα πάντα γύρω μου σκοτείνιαζαν σιγά σιγά . Ήταν το τέλος….
Το σκοτάδι είχε έρθει πιο νωρίς από ότι το περίμενα… στροβιλίστηκα μέσα του και το αγκάλιασα, προσπαθώντας να λυτρωθώ από το αβάσταχτο κάψιμο στην πλάτη μου. Δεν κατάφερα τίποτα… Είχα εγκλωβιστεί στην σκοτεινή πλευρά και ήμουν μόνη μου….
Ξαφνικά σκέφτηκα τη Λενόρ κι ανησύχησα για αυτήν, οι αισθήσεις μου είχαν παραλύσει από το δηλητήριο προφανώς, και το απεγνωσμένο ουρλιαχτό της ήταν ο τελευταίος ήχος που άκουσα. Και τι δεν θα έδινα για είχε ξεφύγει και να ήταν καλά τώρα…..
Κεφάλαιο 1ο : Λενόρ

Πάνε 13 χρόνια από τότε που τη γνώρισα, κι όμως εκείνη τη μέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ….
Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος ξιφομαχίας, είχε όμως παρατήσει την διδασκαλία από καιρό. Έγινε έμπορος και έκανε αυτό που αγαπούσε πολύ, ταξίδια.
Σε ένα από τα ταξίδια του στα νησιά του Κορακιού, στην βόρεια πλευρά της γης των Σκοτεινών Ξωτικών ο πατέρας μου γνώρισε ένα θηλυκό Ξωτικό…
Ήταν πρωί και εκείνος έκανε μια βόλτα στην παραλία, όταν άκουσε το αδύναμο κλάμα ενός μωρού. Πλησίασε πιο κοντά στον ήχο κι η ανάσα του ξαφνικά κόπηκε. Το θέαμα που αντίκρισε ο πατέρας μου τον άφησε άφωνο. Μια βάρκα την οποία είχε ξεβράσει το κύμα κι μέσα της καθόταν ένα υποσιτισμένο, πανέμορφο θηλυκό ξωτικό, το οποίο κρατούσε στην αγκαλιά του ένα ακόμα πιο υποσιτισμένο μωρό Ξωτικό. Ο πατέρας μου τις κοίταγε αποσβολωμένος, μόλις η ξωτικογυναίκα τον αντίκρισε, φοβήθηκε. Εκείνος έσπευσε να την καθησυχάσει, εκείνη ηρέμησε, αλλά ο πατέρας μου κατάλαβε πως ήταν υπερβολικά αδύναμη, το δέρμα της ήταν πολύ χλωμό, ακόμη και για Ξωτικό. Κατάλαβε πως δεν της έμενε πολύς χρόνος. Προσπάθησε να τη βοηθήσει αλλά εκείνη αρνήθηκε. Του είπε πως μόνο ένα πράγμα ήθελε να κάνει για αυτήν, να φροντίσει το μωρό της, το οποίο το έλεγαν Λενόρ. Ο πατέρας μου δίστασε, αν οι κάτοικοι του νησιού αναλαμβανόντουσαν την ύπαρξη ενός νεογέννητου θηλυκού Ξωτικού , θα τον κατηγορούσαν για προδοσία. Ο δισταγμός του κράτησε λίγα δευτερόλεπτα. Είπε στη ξωτικογυναίκα πως θα φρόντιζε το μωρό της. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της εξουθενωμένη και λίγες στιγμές αργότερα ξεψύχησε, λες και περίμενε να σιγουρευτεί πως το μωρό της, θα επιβίωνε, ώστε εκείνη να μπορεί να φύγει ήσυχη. Λίγο πριν το πνεύμα της φτερουγήσει και η ψυχή της ενωθεί με τη φύση, όπως έλεγαν τα αρχαία Ξωτικά, αποκάλυψε το όνομα της στον πατέρα μου, Ναράλια. Τι υπέροχο όνομα, ταίριαζε με τα κατάξανθα μακριά μαλλιά της και τα λαμπερά μάτια της στο χρώμα του ζαφειριού. Ο πατέρας μου επέσπευσε το ταξίδι της επιστροφής του και γύρισε σπίτι μας την ίδια κιόλας μέρα, κρύβοντας την ύπαρξη της Λενόρ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Έτσι άρχισα να ξαναζώ στο μυαλό μου την μέρα εκείνη που η Λενόρ ήρθε σπίτι μας, θυμόμουν την κάθε λεπτομέρεια παρότι ήμουν μόνο 5 όταν συνέβη….
Ήταν αργά το βράδυ και μόλις είχαμε τελειώσει το φαγητό. Βρισκόμασταν όλοι στο ευρύχωρο σαλόνι στου σπιτιού μας. Η μαμά μου έπλενε τα πιάτα, ο αδερφός μου και εγώ παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής, το οποίο μας το είχε φέρει ο πατέρας μας, ήταν δύσκολο και είχα νικήσει μόνο μια φορά. Η γιαγιά μου λαγοκοιμόταν στην πιο αναπαυτική πολυθρόνα του σαλονιού, ενώ η αδερφή μου εξασκούνταν στην ξιφομαχία σε μια γωνία. Η Ράινα ήταν τόσο φιλόδοξη…
Μόλις ακούσαμε τα βήματα του πατέρα μου στην εξώπορτα, σηκωθήκαμε και χαμογελάσαμε, μέχρι και η γιαγιά ξύπνησε! Μας είχε λείψει τόσο πολύ!
Με το που μπήκε μέσα η μαμά έτρεξε να τον αγκαλιάσει, ξαφνικά όμως σταμάτησε και έβγαλε μια έκπληκτη κραυγή όταν πίσω από τον πατέρα μου εμφανίστηκε, ένα μικρόσωμο θηλυκό Ξωτικό γύρω στα τέσσερα, το οποίο μας χαμογελούσε ντροπαλά.
«Ττττι είναι αυτό Άροχαμ;» ρώτησε η μητέρα μου, αλαφιασμένη.
«Ηρέμησε Ντράουλιν» την καθησύχασε ο πατέρας μου «Από δω η Λενόρ».
Παρατήρησα τις αντιδράσεις των άλλων γύρω μου, η μητέρα μου κοιτούσε τη Λενόρ άφωνη, κι ο αδερφός μου το ίδιο, η γιαγιά μου που τώρα πια είχε σηκωθεί, την κοιτούσε μοιρολατρικά, ενώ η αδερφή μου είχε ζαρώσει τα γκρίζα μάτια της και την κοιτούσε καχύποπτα. Εγώ μέχρι τότε δεν είχα κοιτάξει τη Λενόρ πραγματικά. Κι όταν την κοίταξα, ένιωθα σαν να την ήξερα όλη μου τη ζωή. Παρατήρησα τα κατάξανθα, σχεδόν ασημένια μαλλιά της που έφταναν μέχρι τα γόνατά της, τα αμυγδαλωτά, τραβηγμένα στις άκρες προς τα πάνω μάτια της που είχαν βαθύ μπλε χρώμα, τα μυτερά αυτιά της. Τότε, με κοίταξε και εκείνη, το βλέμμα της αιχμαλώτισε το δικό μου. Η αθωότητα που έκρυβε μέσα του με συγκλόνισε, γιατί δεν είχε καθόλου πονηριά , όπως το βλέμμα των Σκοτεινών Ξωτικών. Μετά από λίγο η Λενόρ μου έριξε ένα αστραφτερό χαμόγελο που με έκανε να την αγαπήσω ακόμα πιο πολύ.
Κρίμα που τα συναισθήματα μου δεν τα συμμερίζονταν όλοι…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Τετ Αυγ 17, 2011 9:40 am

Κεφάλαιο 2ο : Συνέπειες

Η μητέρα μου ήταν ακόμα άφωνη κι έτσι ο πατέρας μου βρήκε την ευκαιρία και σύστησε τη Λενόρ στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.
«Λενόρ, από ‘δω η Ράινα,» η Ράινα της έριξε ένα παγερό βλέμμα που έσταζε περιφρόνηση. Η Λενόρ ζάρωσε και ο πατέρας μου προχώρησε στον επόμενο. «Αυτός είναι ο Ιβάν», «Γεια σου», είπε σιγανά εκείνος, ήταν ακόμα συγκλονισμένος. Εκείνη του χαμογέλασε δειλά. «Από ‘δω η Ερουάννα» είπε ο πατέρας μου δείχνοντας τη γιαγιά. «Φώναζε με γιαγιά, μικρή» απάντησε εκείνη κοιτώντας τη Λενόρ γλυκά. « Κι από ‘δω η Λέικ, είναι περίπου στην ηλικία σου» είπε χαρούμενα ο πατέρας μου. Την κοίταξα και της χαμογέλασα ενθαρρυντικά, μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. Είχαμε μόλις γίνει φίλες. Ο πατέρας μου, μας κοιτούσε περήφανος.
Την όμορφη εκείνη στιγμή διέκοψε η ψυχρή φωνή της μητέρας μου. «Το ξέρεις ότι αν δεν ήμασταν μια από τις δώδεκα ιδρυτικές οικογένειες θα μας είχαν ήδη σφάξει; Μπορεί να μην το κάνουν λοιπόν λόγω της θέσης μας, αλλά θα υπάρξουν συνέπειες Άροχαμ. Θα πέσουμε στην εκτίμηση των συμπολιτών μας, θα μας φέρονται όπως σε μολυσμένους, θα γίνουμε παρείσακτοι, εξόριστοι στην ίδια μας τη γη. Εσύ μας το έκανες αυτό» είπε δυνατά την τελευταία πρόταση τονίζοντας το «εσύ».
Η μητέρα μου είχε δίκιο ως ένα βαθμό τότε. Αν δεν ήμασταν η έβδομη οικογένεια των ιδρυτών θα μας είχαν ήδη τιμωρήσει. Μπορεί αυτό να μην έγινε αλλά οι συνέπειες ήταν τρομερές. Τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο…
Μετά από εκείνη τη μέρα γίναμε δακτυλοδεικτούμενοι. Ο πατέρας μου κατάφερε να πείσει το συμβούλιο των Ιδρυτών να παραμείνει η Λενόρ στη Χώρα του Λυκόφωτος. Αλλά η γνώμη του κόσμου για μας δεν μετριάστηκε καθόλου.
Οι γονείς απαγόρευαν στα παιδία τους να κάνουν παρέα μαζί μας. Εγώ το πήρα καλά, δεν με πείραζε που δεν με έκαναν παρέα. Είχα τη Λενόρ. Δυστυχώς όμως, η Ράινα δεν το πήρε τόσο καλά, είχε συνηθίσει να είναι το κέντρο της προσοχής και εξοργίστηκε όταν άρχισαν να τις γυρνούν την πλάτη. Ο αδερφός μου πάλι, δεν είχε πρόβλημα, ήταν από τη φύση του μοναχικός, και δεν τον πείραζε να έχει μόνο ένα φίλο, τον Χόραν Βόνσνικ.
Οι Βόνσνικ ήταν οικογενειακοί μας φίλοι και ανήκαν σε μια από τις οικογένειες των ιδρυτών. Ήταν οι μόνοι συμπολίτες μας με τους οποίους είχαμε στενές σχέσεις, και πριν και μετά την ένταξη της Λενόρ στην οικογένεια μας. Ο Ορανίρ και Ουμπλιάνα Βόνσνικ ήταν ευγενικοί και καλόκαρδοι άνθρωποι, το ίδιο και ο μοναχογιός τους ο Χόραν, ο οποίος ήταν ο καλύτερος φίλος του αδερφού μου.
Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο πιο εύκολη και διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν η Λενόρ δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μας, αμέσως μετά σβήνω αυτήν τη σκέψη από το μυαλό μου και μισώ τον εαυτό μου το σκέφτηκα…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Πεμ Αυγ 18, 2011 4:30 am

Κεφάλαιο 3ο : Σκοτεινά Ξωτικά
Τα Σκοτεινά Ξωτικά περπατούν σ’ αυτή τη γη, δυο αιώνες τώρα. Τα πρώτα Σκοτεινά ξωτικά δεν γεννήθηκαν, δημιουργήθηκαν….
Ήταν κι εκείνα κάποτε Ξωτικά σαν όλα τα άλλα, όταν όμως άρχισαν να εξασκούν τη μαύρη μαγεία, άλλαξαν. Ο δεσμός τους με τη φύση κόπηκε, και έχασαν την ικανότητα τους να δαμάζουν τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Η εμφάνιση τους παραμορφώθηκε, το δέρμα τους από αλαβάστρινο, έγινε γκριζομπλέ και τα όμορφα ξανθά μαλλιά τους έγιναν ανοιχτά γκρίζα ή μαύρα. Τα Σκοτεινά ξωτικά είχαν αρχίσει να πληθαίνουν και για αυτό τα Ξωτικά τους εξόρισαν από τη χώρα που ζούσαν μέχρι τότε όλοι μαζί ειρηνικά.
Οι δώδεκα αρχικές οικογένειες έφτασαν σε ένα μεγάλο σύμπλεγμα νησιών το οποίο ονόμασαν Χώρα του Λυκόφωτος και ίδρυσαν στο μεγαλύτερο νησί, την πρωτεύουσα τους τη Σκοτεινή.
Οι οικογένειά μας ζει στα προάστια της Σκοτεινής, σ’ ένα ευρύχωρο σπίτι δίπλα στο Απέραντο Δάσος.
Ένα σημαντικό στοιχείο στον τρόπο ζωής των Σκοτεινών Ξωτικών είναι η εκπαίδευσή τους. Τα παιδιά από 5 έως 18 χρονών φοιτούσαν στο σχολείο της επιλογής τους. Το καλύτερο σχολείο είναι αυτό της πρωτεύουσας στο οποίο φοίτησε ολόκληρη οικογένεια μου.
Εκτός από γραφή ανάγνωση και ιστορία, στο σχολείο μας μαθαίνουμε κι άλλα πράγματα, όπως ξιφομαχία, τοξοβολία, πάλη, Σκοτεινή μαγεία και άλλα. Όταν οι μαθητές γίνονται δεκαπέντε χρονών μαζί με τα βασικά τους μαθήματα, παίρνουν και δυο ειδικεύσεις. Για παράδειγμα, εγώ ειδικεύτηκα στα Στιλέτα και τη Σκοτεινή Μαγεία. Η Λενόρ διάλεξε Τοξοβολία και Σιδηρουργία. Μπορεί να μην είχε μεγάλη φυσική δύναμη, ήταν όμως καλή με τις χειρονακτικές δουλειές και ειδικά με το μέταλλο. Δούλευε στο σιδηρουργείο του κυρίου Βόνσνικ στον ελεύθερο της χρόνο. Δούλευα και εγώ εκεί μερικές φορές, ήμουν αρκετά καλή, προτίμησα όμως να εκπαιδευτώ στην Σκοτεινή Μαγεία.
Την μισούσα, αν ήταν στο χέρι μου δεν θα υπήρχε καν, η Σκοτεινή Μαγεία είναι σατανική. Πολλές φορές στο μάθημα αηδίαζα με αυτά που μαθαίναμε. Ήθελα όμως να μάθω να χρησιμοποιώ τη Μαγεία κι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος. Η Λενόρ τη σιχαινόταν όσο και εγώ, δεν την είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Έτσι κι αλλιώς εκείνη ήταν άρρηκτα δεμένη με τη φύση, μπορούσε να ελέγχει τα τέσσερα στοιχεία, και η Μαγεία της πήγαζε μόνο από εκεί.
Προσπαθούσε να μου μάθει και εμένα πώς να ελέγχω τα στοιχεία. Ήταν όμως δύσκολο. Η Λενόρ μπορούσε να σηκώνει ολόκληρες μπάλες νερού από τα 5 της, εγώ κατάφερα να δαμάσω τη φωτιά μετά από εννέα χρόνια συνεχής προσπάθειας. Στην αρχή βέβαια είχα χαρεί. Έπειτα όμως η Λενόρ μου είπε με μισή καρδιά πως η φωτιά θεωρούταν το πιο καταστροφικό στοιχείο ανάμεσα στα Ξωτικά , και λίγα από αυτά μπορούσαν να την δαμάσουν. Στεναχωρήθηκα….
Μια ζωή καταραμένοι, αυτή τη ζωή είχαν διαλέξει να ζήσουν οι πρόγονοι μας όταν αποφάσισαν να εξασκήσουν τη Μαύρη Μαγεία.
Αυτό που με ενοχλούσε ήταν ότι εκείνοι διάλεξαν εμείς όμως δεν είχαμε τη δυνατότητα της επιλογής. Ποτέ δεν την είχαμε, ήμασταν καταραμένοι πριν ακόμα γεννηθούμε. Εκείνοι είχαν διαλέξει για μας, Εκείνοι μας καταράστηκαν…
«Μην μιλάς έτσι Λέικ» μου είπε η μητέρα μου, συγκλονισμένη, όταν εξέφρασα τις απόψεις μου. Το πρόσωπο της είχε πανιάσει. Ο πατέρας μου απλά με είχε κοιτάξει συγκαταβατικά και λίγο λυπημένα χωρίς να μιλήσει.
Ήμασταν καταραμένοι και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για αυτό…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Παρ Αυγ 19, 2011 7:43 am

Κεφάλαιο 4ο : Το ξέσπασμα
Δεν είχα ξανασυναντήσει Σκοτεινό Ξωτικό που να είχε τις ίδιες απόψεις με εμένα, μέχρι που γνώρισα καλύτερα τον Χόραν Βόνσνικ…
Ήταν μια καταστροφική μέρα, πριν τρία χρόνια στα δεκαπέντε μου. Οι γονείς μου μόλις είχαν τσακωθεί άσχημα επειδή κάποιοι συμμαθητές του αδερφού μου τον είχαν δει με τη Λενόρ, καθώς γύριζαν από το σχολείο και άρχισαν να τους κοροϊδεύουν, ένας μάλιστα τους επιτέθηκε. Ο Ιβάν τραυματίστηκε, στην προσπάθειά του να την προστατέψει, ευτυχώς δεν ήταν τίποτα σοβαρό και έγινε γρήγορα καλά. Η Λενόρ όμως το πήρε πολύ βαριά, έκλεγε όλη μέρα κλεισμένη στο δωμάτιο που μοιραζόμασταν, δεν δεχόταν να μιλήσει ούτε σε εμένα.
Της είχαν ξανά επιτεθεί, αλλά μόνο λεκτικά. Επιπλέον, το ότι τραυματίστηκε ο Ιβάν την έκανε να νιώθει ενοχές. Για αυτό και εγώ μισούσα τα Σκοτεινά Ξωτικά, γιατί ήταν όλοι αλαζόνες, εγωιστές και περιφρονούσαν οτιδήποτε διαφορετικό. Όταν θα μεγαλώναμε, θα έπειθα τη Λενόρ να επιστρέψει στη πατρίδα της , στη Χώρα του Φωτός, στη γη των Ξωτικών. Θα πήγαινα και εγώ μαζί της, μόνο που δεν νομίζω πως θα ήμουν καλοδεχούμενη.
Αυτά σκεφτόμουν καθώς καθόμουν στην πίσω αυλή και άφηνα επιτέλους τα δάκρυα μου, να κυλήσουν ανεξέλεγκτα. Όταν ξαφνικά ο Χόραν ήρθε και κάθισε δίπλα μου, άρχισα να σκουπίζω βιαστικά τα δάκρυα μου, όμως εκείνος με πρόλαβε. Μου τα σκούπιζε απαλά, ενώ εμένα μου είχε κοπεί η ανάσα. Τότε μόνο συνειδητοποίησα πόσο όμορφος ήταν, άρχισα να παρατηρώ τα ατημέλητα σκούρα μπλε μαλλιά του και το δέρμα του που έλαμπε αμυδρά στο σεληνόφως. Τα ανοιχτά γκρίζα μάτια του με παρατηρούσαν κι εκείνα.
Προσπάθησα να δω τον εαυτό μου μέσα από τα λαμπερά του μάτια. Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, με πυκνά κατάμαυρα μαλλιά ως τη μέση μέσα στα οποία υπήρχαν μερικές ασημένιες πινελιές, σκούρα γκρίζα μάτια και γυμνασμένο σώμα με καμπύλες. Τουλάχιστον έτσι με περιέγραφε η Λενόρ. Κι η αλήθεια είναι πως δεν είχα ιδέα τι έβλεπε εκείνος, είχα καταλάβει όμως πως ότι κι αν ήταν αυτό, του άρεσε….
Μετά από λίγο με ρώτησε αν ήμουν καλά. Άργησα να του απαντήσω, κι όταν απάντησα του αράδιασα όλες της προηγούμενες σκέψεις μου. Για εμάς τα Σκοτεινά Ξωτικά που ήμασταν καταραμένοι και αναγκασμένοι να ζούμε στο σκοτάδι. Για την προκατάληψη και την εχθρότητα που εισπράτταμε καθημερινά από τους γύρω μας, μόνο και μόνο επειδή ένα Ξωτικό ήταν μέλος της οικογένειάς μας. Στο τέλος ράγισα και άρχισα να κλαίω με λυγμούς στην αγκαλιά του. Με παρηγορούσε και μου ψιθύριζε στο αυτί πως όλα θα πάνε καλά και πως συμφωνούσε μαζί μου. Καθίσαμε έτσι για πολύ ώρα, όλη η αγανάκτηση, η οργή και η αδικία που με έπνιγε είχαν συσσωρευτεί μέσα μου τα τελευταία δέκα χρόνια. Επιτέλους τα είχα βγάλει από μέσα μου, είχα ξεσπάσει και τώρα ένιωθα πολύ καλύτερα.
Εκείνο το ξέσπασμα έφερε εμένα και τον Χόραν πιο κοντά. Από εκείνη τη μέρα μιλάγαμε καθημερινά. Ανταλλάσαμε γράμματα και εγώ άρχισα να δουλεύω στο σιδηρουργείο, όπου δούλευε εκείνος και ο πατέρας του, μαζί με τη Λενόρ. Δεν με ένοιαζε που ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερος, είχαμε πολλά κοινά και περνάγαμε καλά μαζί.
Δεν έπρεπε βέβαια να μάθουν για τη σχέση μας οι γονείς μας και σίγουρα όχι ο αδερφός μου. Μόνο η Λενόρ ήξερε και με κάλυπτε κάθε φορά που ήθελα να μείνω μόνη μαζί του. Η αλήθεια είναι πως δεν αγαπούσα αληθινά τον Χόραν, μου άρεσε πολύ όμως, όπως επίσης μου άρεσε και η περιπετειώδης, μυστική και παθιασμένη σχέση που είχαμε. Μου άρεσαν οι βόλτες μας στην παραλία, η συζητήσεις μας, οι αγκαλιές μας, τα φιλιά μας. Ήθελα να κρατήσει αυτή η σχέση, όμως το σκοτεινό τέλος της πλησίαζε γρήγορα, σαν μαύρο σύννεφο που φέρνει τη καταιγίδα…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Σαβ Αυγ 20, 2011 11:42 am

Κεφάλαιο 5ο : Σκοτεινό τέλος
Η μυστική σχέση ανάμεσα σε εμένα και του Χόραν είχε φτάσει πια στους τέσσερεις μήνες. Τα πράγματα κυλούσαν χαλαρά μεταξύ μας, όμως εγώ ένιωθα πως τον ερωτευόμουν όλο και περισσότερο. Ευτυχώς τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Ο Χόραν ήταν πολύ γλυκός μαζί μου, αλλά η πιθανότητα να μας ανακαλύψουν κρεμόταν από πάνω μας σαν θανατική απειλή.
Εκείνος θα διέτρεχε μεγαλύτερο κίνδυνο από ότι εγώ. Εγώ απλά θα αναγκαζόμουν από τους γονείς μου να μετακομίσω σε κάποιο απόκρημνο, χωμένο στους βράχους χωριό. Αφού πρώτα η μητέρα μου θα με είχε χαστουκίσει και κοιτάξει υποτιμητικά και ο πατέρας μου θα μου έλεγε πόσο τον απογοήτευσα. Όλα αυτά θα με πονούσαν αλλά θα τα άντεχα, γιατί θα είχα τη Λενόρ πλάι μου. Ο Χόραν όμως ρίσκαρε να χάσει τη φιλία του αδερφού μου, για χάρη μου. Οι δυο τους ήταν φίλοι από παιδιά. Και ήμουν σίγουρη ότι ο Ιβάν θα γινόταν έξαλλος και θα ένιωθε προδομένος αν το μάθαινε.
Ένα απόγευμα που εγώ υποτίθεται πως το περνούσα σπίτι με τη Λενόρ διαβάζοντας. Πήγα βόλτα με τον Χόραν στις παρυφές του Απέραντου Δάσους. Αρχικά είχαμε πάει εκεί για να με βοηθήσει ο Χόραν να εξασκηθώ στην ξιφασκία. Έτσι, λοιπόν ξεκινήσαμε να ξιφομαχούμε. Στο τέλος όμως καταλήξαμε να κυλιόμαστε και να φιλιόμαστε παθιασμένα ανάμεσα στις ρίζες των δέντρων. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη εκείνη τη στιγμή. Το αγόρι που μου άρεσε με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του και εγώ ένιωθα τόσο χαρούμενη….
Τη στιγμή όμως έμελε να καταστρέψει μία κραυγή. Γυρίσαμε κι οι δυο ταυτόχρονα προς το μέρος που ακούστηκε ο ήχος, άκουσα τον Χόραν να παίρνει μια κοφτή ανάσα μόλις αντίκρισε τη Λούντβιλ. Ήμουν και εγώ σοκαρισμένη, και την κοιτούσα με ορθάνοικτα μάτια όπως ακριβώς με κοιτούσε κι εκείνη.
Η Λούντβιλ ήταν στην ηλικία του Χόραν και τρελά ερωτευμένη μαζί του, από την εποχή που πήγαιναν σχολείο. Οι γονείς τους ήταν φίλοι και γείτονες. Εκείνη είχε πάντα μια ψύχωση με τον Χόραν κι όλοι την θεωρούσαν τρελή. Αυτό γινόταν εν μέρει λόγο των πάλλευκων ματιών της και των μαύρων άγριων μαλλιών της και εν μέρει επειδή ακολουθούσε εδώ και χρόνια το Χόραν σαν πιστό ζώο. Εκείνος δεν της έδινε σημασία, της φερόταν φιλικά αλλά του ήταν παγερά αδιάφορη. Κρίμα που δεν ίσχυε το ίδιο και για εκείνη, τον αγαπούσε ακόμα, τρελά.
Δεν είχα ακόμα συνέλθει από το σοκ, όταν η Λούντβιλ έβγαλε ένα μυτερό στιλέτο από τη ζώνη της και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά της. Έβγαλε μια δυνατή πονεμένη κραυγή που σπάραξε την καρδιά μου και ταρακούνησε το δάσος, πριν πέσει νεκρή στο έδαφος…
Τρέξαμε και οι δυο προς το μέρος της, ήταν όμως πολύ αργά. Πριν προλάβουμε να κάνουμε οτιδήποτε κατέφτασαν τρέχοντας οι γονείς μου, η μητέρα του Χόραν και οι γονείς της Λούντβιλ με τη μικρή αδερφή της, την Έιβα. Οι τρεις τους ούρλιαξαν όταν είδαν την κόρη τους πεθαμένη. Κανείς δεν φαινόταν να είχε προσέξει την ύποπτη παρουσία μας εκεί. Όταν ξαφνικά η μητέρα μου μας ρώτησε τι στο καλό κάναμε εδώ. Και ενώ εγώ ήμουν έτοιμη να δώσω μια ακίνδυνη και αθώα απάντηση, η Έιβα πετάχτηκε και τα κατέστρεψε όλα.
«Έχουν σχέση» είπε κατηγορηματικά εκείνη δείχνοντας προς το μέρος μας. «Η Λούντβιλ το είχε καταλάβει αλλά δεν ήταν σίγουρη, γι αυτό και τους ακολούθησε σήμερα εδώ, ποιος ξέρει τη αντίκρισε που την έκανε να αυτοκτονήσει» συνέχισε εκείνη με τρεμάμενη φωνή.
Πάει τελείωσε, το τέλος είχε έρθει και οι συνέπειες θα ήταν τρομερές, σκέφτηκα…
Ο Χόραν τσακώθηκε με τον αδερφό μου και δεν έχουν ξανά μιλήσει από τότε. Οι οικογένεια της Λούντβιλ συνέχισε να μας κατηγορεί. Οι γονείς μου δεν πρόλαβαν να με στείλουν σε άλλη πόλη γιατί ο Χόραν εγκατέλειψε τη Σκοτεινή λίγες μέρες μετά. Χωρίς ούτε καν ένα αντίο. Δεν τον ξανάδα και δεν ξανά επικοινώνησα μαζί του. Οι σχέσεις μας με την οικογένειά του σχεδόν κόπηκαν και η οικογένεια μας έπεσε ακόμα πιο πολύ στα μάτια των συμπολιτών μας.
Εγώ ένιωθα φοβερές τύψεις, με κατέτρωγαν οι ενοχές, και για πολύ καιρό δεν μπορούσα να κοιτάξω τα μέλη της οικογένειας μου, τους Βόνσνικ και την οικογένεια της Λούντβιλ στα μάτια. Το μόνο που έκανα ήταν να κλαίω κλεισμένη με το δωμάτιό μου. Η Λενόρ ήταν το μοναδικό μου στήριγμα, μου στάθηκε όταν οι υπόλοιποι αρνούνταν να με κοιτάξουν. Δεν θα τα κατάφερνα χωρίς εκείνη δίπλα μου…
Τον Χόραν τον ξέχασα μετά από μερικούς μήνες , ήταν για μένα παρελθόν. Τη Λούντβιλ όμως δεν την ξέχασα ποτέ…
Ούτε το σκοτεινό τέλος που έδωσε στην ιστορία μας…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Τρι Αυγ 23, 2011 5:43 am

Κεφάλαιο 6ο : Απομεινάρια
Είχαν περάσει δέκα μήνες από το θάνατο της Λούντβιλ και την ξαφνική φυγή του Χόραν. Τα πράγματα είχαν καθησυχάσει, η σχέση μου με τους γονείς μου σιγά, σιγά αποκατασταινόταν και εγώ ένιωθα όλο και καλύτερα… Τρία χρόνια μετά, στα δεκαοχτώ μου, δεν μου έλειπε καν. Το μόνο που είχε απομείνει από εκείνον ήταν σκίτσα του.
Ζωγράφιζε και σκίτσαρε υπέροχα. Αφότου έφυγε, πολλές φορές χάζευα τα σκίτσα του, τα οποία τις περισσότερες φορές απεικόνιζαν εμένα, τον αδερφό μου, ένα σκίτσο του απεικόνιζε και τη Λενόρ.
Εκείνη τη στιγμή μου ήρθαν στο μυαλό όλα τα σκίτσα του, που είχα κρυμμένα στο συρτάρι μου. Θυμήθηκα ένα όμορφο σκίτσο που έδειχνε εμένα.
Στεκόμουν όρθια με τα ασημόμαυρα μαλλιά μου χυμένα στην πλάτη μου, είχα το ένα μου πόδι μπροστά από το άλλο, το κεφάλι μου ήταν γερμένο χαμηλά στο πλάι. Το ένα μου χέρι ήταν λυγισμένο κάτω από το θώρακα μου, και κρατούσε χαλαρά ένα μαστίγιο. Ενώ το άλλο μου χέρι χρησιμοποιούσε για βάση το άλλο μου και ακουμπούσε σχεδόν στην δεξιά πλευρά του προσώπου μου. Σε εκείνο το χέρι κρατούσα τα φονικά στιλέτα μου, τα οποία ήταν σαν προέκταση των δακτύλων μου, και έμοιαζαν με γαμψά νύχια αρπακτικού. Οι λεπίδες τους ήταν λείες και κοφτερές, το παραμικρό άγγιγμα ήταν οδυνηρό και ματωμένο. Φορούσα λιγοστά ρούχα, ένα μαύρο δερμάτινο κορμάκι με μεταλλική επένδυση, ψιλές μαύρες μπότες μέχρι το γόνατο και γύρω από το δεξί μου μηρό μέχρι και το γόνατό μου ήταν σφικτά τυλιγμένες δερμάτινες λωρίδες στις οποίες διέκρινα μερικά στιλέτα καλά κρυμμένα. Η αλήθεια είναι ότι φαινόμουν πολύ όμορφη.
Θυμήθηκα και ένα σκίτσο της Λενόρ. Εκείνη και ο Χόραν ήταν απλοί γνωστοί αλλά ήμουν σίγουρη πως απλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί μπροστά στην αγγελική ομορφιά της.
Την είχε ζωγραφίσει σε μία φυσική στάση, στην οποία εκείνη ήταν ανφάς και κοιτούσε μισό χαμογελώντας γλυκά κάτι πέρα μακριά. Τα μάτια της στο χρώμα του ζαφειριού έλαμπαν και τα κατάξανθα μαλλιά της, ανέμιζαν. Εκείνη δεν φορούσε τα λιγοστά ρούχα που φορούσα εγώ και όλα τα νέα Σκοτεινά Ξωτικά, αλλά ένα όμορφο εφαρμοστό, ροζ μπλουζάκι, που άφηνε ακάλυπτη την κοιλιά της και από κάτω μια απαλή ροζ φούστα μεχρι λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Ήταν πανέμορφη.
Όμως αυτά τα σκίτσα δεν ήταν παρά απομεινάρια των παλιών μας εαυτών, τώρα πια όλα είχαν αλλάξει. Ήμασταν κι οι δυο διαφορετικές, εγώ μισοπεθαμένη και η Λενόρ σε μια παρόμοια κατάσταση, ήμουν σίγουρη…

avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Παρ Αυγ 26, 2011 6:05 am

Κεφάλαιο 7 : Ματωμένο ταξίδι

Καθώς σκεφτόμουν τη Λενόρ πεθαμένη, η καρδιά μου σφίχτηκε, και ένας λυγμός ανέβηκε στα χείλη μου, δεν ακούστηκε ποτέ, ήταν όμως εκεί και σιγόκαιγε παρέα με τα υπόλοιπα δάκρυά μου.
Σιγά, σιγά άρχισα να θυμάμαι το πώς φτάσαμε εδώ…
Όταν τελειώσουν την εκπαίδευσή τους τα Σκοτεινά Ξωτικά, στα δεκαοχτώ τους, κάποια από αυτά στέλνονται σε αποστολές, ώστε να αποδείξουν την αξία, το θάρρος, το κουράγιο και τις ικανότητες τους. Δεν πηγαίνουν όλα σε αποστολές, μόνο αυτά που θέλουν να εξασκήσουν ένα επάγγελμα το οποίο απαιτεί τα παραπάνω προσόντα, ή απλά επειδή θέλουν να αποκτήσουν δόξα και τιμή.
Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε εγώ και η Λενόρ πριν τρεις εβδομάδες περίπου, την αποστολή μας. Εγώ έλεγα σε όλους πως το έκανα επειδή στο μέλλον ήθελα να γίνω δασκάλα των Στιλέτων, αλλά βαθιά μέσα μου, ένα κομμάτι μου το έκανε για να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς μου. Η Λενόρ ήρθε γιατί δεν ήθελε να με αφήσει μόνη και επειδή ήθελε και εκείνη να αποδείξει την αξία της.
Δυο βδομάδες διασχίζαμε το Απέραντο Δάσος, το οποίο πραγματικά δεν έχει τελειωμό και κατευθυνόμασταν δυτικά προς το σύμπλεγμα των νησιών της Παγωνιάς. Μέχρι τότε δεν είχαμε συναντήσει πολλούς κίνδυνους. Μόνο μια φορά την πρώτη εβδομάδα μας επιτέθηκε μια αγέλη άγριων τσακαλιών, τα οποία είχαν ένα κέρατο την κορυφή του κεφαλιού τους και προσπαθούσαν να μας καρφώσουν με αυτό. Τα σκοτώσαμε σχετικά εύκολα και φάγαμε δύο από αυτά. Συνεχίσαμε το ταξίδι για άλλη μία βδομάδα, όταν τους είδαμε.
Στέκονταν εκεί με τα κερασφόρα, κακομούτσουνα πρόσωπα τους να μας κοιτάζουν μοχθηρά, το μπόι τους έφτανε τα δύο μέτρα και κρατούσαν δίκοπους πέλεκες και στα δυο τους χέρια ήταν τρεις. Ποτέ μου δεν είχα δει τα Σκοτεινά Τέρατα με τα μάτια μου, μόνο σε βιβλία ιστορίας. Θυμήθηκα το μάθημα που είχαμε κάνει πριν τέσσερα χρόνια γι’ αυτά.
«Τα Σκοτεινά Τέρατα, δημιουργήθηκαν από το Τάγμα των Σκοτεινών Αρχόντων, είναι στην ουσία τα κατοικίδια τους. Είναι φτιαγμένα από Σκοτεινή Μαγεία και είναι θανατηφόρα, λίγα πράγματα μπορούν να σκοτώσουν ένα Τέρας, για παράδειγμα φοβούνται το νερό και το υπερβολικό φως.», θυμάμαι τα λόγια της κυρίας Κορξ, σαν να τα άκουσα χτες. Το Τάγμα των Σκοτεινών Αρχόντων ήταν κάποια αρχαία Σκοτεινά Ξωτικά λάτρες της Σκοτεινής Μαγείας και την χρησιμοποιούσαν ασύστολα. Ήταν μοχθηροί και προκαλούσαν φόβο στα περισσότερα Σκοτεινά Ξωτικά, οι αποτρόπαιες πράξεις τους ήταν γνωστές σε όλους.
Το παράξενο ήταν ότι τα Τέρατα αυτά βρίσκονταν εδώ, έτοιμα να σφάξουν δύο κορίτσια, μακριά από τους αφέντες τους. Τι μπορεί να έκαναν εδώ, στο Απέραντο δάσος; Οι Σκοτεινοί Άρχοντες δεν ήταν εδώ τριγύρω, θα διαισθανόμουν τη Σκοτεινή Μαγεία που απέπνεαν. Άρα τι δουλειά είχαν εδώ; Τα Τέρατα δεν μπορούν να το σκάσουν από τους αφέντες τους. Είναι δεμένοι μαζί τους. Οπότε τα Τέρατα ήταν εδώ για κάποιο λόγο, κάποιος τα είχε στείλει για να μας δολοφονήσουν και να αφήσουν τα κατακρεουργημένα πτώματα μας να φαγωθούν από τα αγρίμια τους δάσους.
«Τρέχα, με το σινιάλο μου», ψιθύρισα στη Λενόρ. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ανταλλαγής δολοφονικών βλεμμάτων με τα τέρατα, σφύριξα ρυθμικά δυο φορές και αρχίσαμε να τρέχουμε μανιασμένες. Τα Τέρατα μας επιτέθηκαν αστραπιαία, μόλις που πρόλαβα να δω ότι το τσεκούρι του ενός καρφώθηκε στο σημείο που βρισκόμουν πριν από λίγα δευτερόλεπτα. Καταφέραμε να τους ξεφύγουμε. Εγώ πετούσα στιλέτα και μπάλες φωτιάς, ενώ η Λενόρ τους έριχνε βέλη και νερό. Τρέχαμε για τρεις μέρες με ελάχιστη ξεκούραση και λιγοστό φαγητό. Όταν το τέταρτο βράδυ η Λενόρ αποκοιμήθηκε στη σκοπιά. Ανοίξαμε ταυτόχρονα τα μάτια μας, για αντικρίσουμε τα παραμορφωμένα μάτια τους και να μυρίσουμε τις αποπνικτικές ανάσες τους. Ήταν μόνο δύο, είχα καταφέρει να εξοντώσω τον ένα χτες, πετώντας του να στιλέτο κατευθείαν στη βάση του λαιμού του. Τώρα όμως ήμασταν καταδικασμένες. Δεν είχαμε κάνει παραπάνω από δύο χιλιόμετρα όταν το βέλος καρφώθηκε στην πλάτη μου και το αφόρητο κάψιμο μου έκοψε την ανάσα. Το κάψιμο… το οποίο ως εκ θαύματος είχε πια εξαφανιστεί. Ο φρικτός πόνος δεν ήταν πια εκεί. Το φως μου επανερχόταν με αργούς ρυθμούς και σιγά, σιγά εγκατέλειπα τη σκοτεινή πλευρά. Δεν ήξερα όμως τι θα έβρισκα εκεί που πήγαινα, φοβόμουν και αναρωτιόμουν, «Είναι αυτό το τέλος;»…
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Darkness...(by Goldering)

Δημοσίευση από Goldering Την / Το Σαβ Σεπ 03, 2011 2:58 am

Μέρος 2ο :
DARK LOVER

Κεφάλαιο 1ο : Σκοτεινή Αρχή
Στην αρχή, ήταν απλά ένα αμυδρό φως, το οποίο στη συνέχεια μεγάλωνε και με ζέσταινε όλο και περισσότερο. Τα μάτια μου πάλευαν απεγνωσμένα να ανοίξουν και η καρδιά μου παλλόταν δυνατά από άγχος, φόβο αλλά και προσμονή. Όταν κατάφερα τελικά να τα ανοίξω, κατάλαβα πως ήταν νύχτα και ότι κάποιος κρατούσε ένα πυρσό κοντά στο πρόσωπό μου. «Βασανιστήρια», σκέφτηκα τρομοκρατημένη. Προσπάθησα να κουνηθώ, άλλα μάταια και η πλάτη μου πονούσε ακόμα από το βέλος όπου είχα δεχτεί.
«Ηρέμησε» μου είπε ψυχρά μια υπέροχη φωνή. Εστίασα το βλέμμα μου πίσω από τον πυρσό, σε αυτόν που τον κρατούσε. Δεν μπορούσα να τον δω καθαρά, αλλά στο σκοτάδι φαινόταν όμορφος. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και έφταναν λίγο πιο πάνω από τους ώμους, είχε δυο λεπτά κοτσιδάκια μπροστά στο κάθε του αυτί και ήταν και τα δυο δεμένα με ασημένια κλωστή. Τα μάτια του, από ό, τι έβλεπα, είχαν καστανό χρώμα και ήταν ελαφρώς σχιστά στις άκρες και τραβηγμένα προς τα πάνω, όπως εκείνα των Ξωτικών. Το πρόσωπο του ήταν μεν λεπτό αλλά δυσανάλογο με αυτό των Ξωτικών. Τι πλάσμα ήταν άραγε;…
«Είμαι ο Βάιαν» μου είπε, στον ίδιο ψυχρό τόνο. Πρέπει να τον κοιτούσα σαν χαζή γιατί το επανέλαβε, πιο αργά αυτή τη φορά.
«Λενόρ», ψέλλισα.
«Είναι καλά, μην ανησυχείς. Ο αδερφός μου την φροντίζει» μου απάντησε εκείνος.
Έκανα να σηκωθώ αλλά εκείνος με έσπρωξε και κόλλησα στην θέση μου.
«Αν δεν κάτσεις ήρεμη θα σε ναρκώσω» Ο τόνος του μπορεί να ήταν ήρεμος, αλλά ήταν απειλητικός ταυτόχρονα, κάτι που επέφερε ένα ρίγος στην ραχοκοκκαλιά μου. Αγνόησα την προειδοποίησή του και σηκώθηκα ξανά, με περισσότερη φόρα αυτή τη φορά. Με έσπρωξε κάτω, άγρια όπως είχε υποσχεθεί και μου έχωσε στο στόμα ένα φλασκί με ένα πικρό υγρό. Προσπάθησα να μην το καταπιώ αλλά εκείνος συνέχισε να το πιέζει βάναυσα στο στόμα μου. Η επίδραση του υπνωτικού υγρού άρχισε να ξεδιπλώνεται μέσα μου και με κατέβαλλε σιγά, σιγά μια αίσθηση σαν να έφευγα από το σώμα μου. Αγωνίστηκα μάταια να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.
Το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν βυθιστώ σε έναν γαλήνιο ύπνο χωρίς όνειρα, ήταν η παγερή φωνή του Βάιαν που έλεγε, «Εγώ σε προειδοποίησα»….
avatar
Goldering
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 51
Points : 5277
Ημερομηνία εγγραφής : 15/08/2011
Ηλικία : 21

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..:

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης