Write Your Stories..

Καλώς ήρθες, στην παρέα μας!

Ένας νέος κόσμος, με μπόλικη φαντασία,ρομαντισμό,
τρόμο και συγκίνηση σε περιμένει!

Θυμάσαι τότε που έγραφες αποσπάσματα της φαντασίας σου
χαρτάκια και τα έκρυβες στο συρτάρι σου?

Και όταν τα έβρισκε η μητέρα σου ένιωθε υπερήφανη
για σένα? Καιρός να δείξεις αυτό που είσαι!

Καιρός να βγάλεις από μέσα σου το ταλέντο που κρύβεις!

Just start to write your storie!

Bloody Moon (by Ονειροπόλα Έφηβη)

Πήγαινε κάτω

Bloody Moon (by Ονειροπόλα Έφηβη)

Δημοσίευση από Ονειροπόλα Έφηβη Την / Το Παρ Αυγ 19, 2011 3:54 pm

Κεφάλαιο 1ο

Το ροδάκινο δεν γίνετε να αντικαταστήσει αυτόν τον κυριούλη στο παραδίπλα σπίτι που φτιάχνει τα κάγκελα. Με λίγη προσπάθεια μπορώ να δω τις φλέβες του στον με ιδρώτα λουσμένο λαιμό του. Τόσο λεπτός, με μια μικρή τόση δα δαγκωνιά... Φτου. Ασυναίσθητα οι κυνόδοντες μου είχαν ξεπεταχτεί και τώρα ρουφούσαν τον χυμό του ροδάκινου. Τέλεια. Θα αρρωστήσω σε δύο τρις μέρες. Πέταξα το ροδάκινο στα σκουπίδια και κατέβασα το ρόμαν του μικρού παραθύρου. Η μητέρα μου με τα μικρά θα επέστρεφε σε λιγότερο από μισή ώρα και εγώ έπρεπε να τραφώ. Δεν γινόταν να δουν το έντονο μοβ χρώμα που είχαν πάρει τα μάτια μου. Φόρεσα τα μεγάλα μαύρα γυαλιά μου και βγήκα έξω. Για τους ανθρώπους η θερμοκρασία ήταν γύρο στους τριάντα βαθμούς κελσίου. Για εμένα ήταν γύρο στους τριανταπέντε με τριάντα έξι. Για αυτό και τον περισσότερο καιρό φοράω άσπρα και ανοιχτά χρώματα, για να μην τραβούν την θερμότητα του ήλιου. Αν ποτέ φορέσω μαύρα κατά την διάρκεια της μέρας, θα καώ ζωντανή.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα για την γέφυρα των πεζών, εκεί που οι άστεγοι κοιμούνται. Δεν ένιωθα ενοχές κάθε φορά που σκότωνα κάποιον άστεγο ή κάποιο πρεζόνι. Απάλλασσα την κοινωνία από αποβράσματα. Φυσικά δεν ήθελα να τρέφομε με πρεζόνια γιατί η γεύση τους ήταν κάπως όξινη, μάλλον από τα ναρκωτικά. Αλλά όσο ήμουν εντός Ελλάδος δεν είχα πρόθεση να αφαιρέσω την ζωή από κάποιον οικογενειάρχη έλληνα.
Περπάτησα κάτω από την γέφυρα κοίταξα πάνω και ξανά πήρα μια βαθιά ανάσα. Τίποτα. Κανείς δεν ήταν στην γέφυρα. Ακούμπησα στην κολόνα απέναντι από τα σκαλιά και περίμενα. Πέρασαν δέκα λεπτά και τίποτα. Σε είκοσι λεπτά η μάνα μου θα γυρνούσε σπίτι και θα φρίκαρε που δεν θα ήμουν εκεί. Τέλεια. Προς τύχη μου ένας άστεγος με πλησίασε κρατώντας ένα μαχαίρι πίσω από την πλάτη του. Τι ηλίθιος.
«Τι γυρεύει εδώ ένα μικρό κοριτσάκι σαν εσένα; Είναι λίγο ερημικά εδώ, δεν φοβάσαι μήπως κάποιος σου επιτεθεί;» δεν είχα όρεξη να παίξω με το φαγητό μου σήμερα και δεν είχα και την όρεξη.
«Κοίτα γέρο, δεν έχω όρεξη σήμερα να παίξω με το φαγητό μου. Πες χαιρετίσματα στον παππού μου.» του είπα και αστραπιαία τον δάγκωσα στον λαιμό. Λιαχ. Και άστεγος και πρεζόνι. Υπέροχα. Πήρε να με καρφώσει με το μαχαίρι του αλλά το μόνο που κατάφερε είναι να μου κάνει μια μικρή γρατσουνιά. Ούτος ή άλλος γινόταν αδύναμος, και σε λίγο θα έχανε τις αισθήσεις του. Δεν θα έπαιρνα το ρίσκο. Σταμάτησα να πίνω και τον κοίταξα στα μάτια.
« Πως σε λένε;» του είπα σιγά σιγά και αυτός με κοιτούσε με ένα χαζό αλλά και απορημένο βλέμμα ταυτόχρονα.
«Μιχάλη.» είπε χαρούμενα λες και ήταν Χριστούγεννα και θα έπαιρνε το δώρο του.
«Λοιπόν Μιχάλη, όταν γυρίσω την πλάτη που θέλω να πάρεις το μαχαίρι σου και να το καρφώσεις στις πληγές του λαιμού σου. Ωραία;» του είπα ακόμα ποιο σιγά.
«Ωραία.» είπε και του γύρισα την πλάτη. Βόγκηξε και μετά έπεσε στο έδαφος. Γύρισα να δω αν ήταν νεκρός και έφυγα. Πάντοτε έτσι γινόταν. Πάντα ήταν σαν αυτοκτονία. Ή αν δεν είχα τρόπο να το κάνω να φανεί έτσι τους έκαιγα σε σκουπιδοτενεκέδες. Γύρισα τρέχοντας με ανθρώπινους ρυθμούς στο σπίτι και μόλις έστριψα στον πλάτανο διέκρινα ένα περιπολικό έξω από το σπίτι της γειτόνισσας. Επιτάχυνα λίγο και μόλις έφτασα στο σπίτι μου, μύρισα αίμα. Κοίταξα κάτω στο δρομάκι, και είδα το πτώμα της κυρά-Φωτεινής Έβαλα το χέρι μου μπροστά στο στόμα μου και την μύτη μου και για να πνίξω μια κραυγή αλλά και για να εμποδίσω κάπως την μυρωδιά του αίματος. Αυτό το τέρας η τρελή της κόρη τελικά την σκότωσε. Άκουγα να oμολογεί στον εαυτό της μέσα στο περιπολικό Ναι εγώ την σκότωσα πήγε να απλώσει τα ρούχα και την σκότωσα. Ναι εγώ την σκότωσα. Πριν πάρω την απόφαση να πάω μέσα ο μπαμπάς του Βασίλη ήρθε μπροστά από την μάντρα όπου είχα ακουμπήσει και αναστέναξε.
« Κοριτσάκι μου σε παρακαλώ, πήγαινε μέσα στο σπίτι σου δεν είναι θέαμα αυτό για ένα παιδί.» Ακόμα κοίταζα την κυρά-Φωτεινή με το χέρι στο στόμα. Ο πατέρας μου το είχε πει. Αν είναι να την ρίξει από την ταράτσα, τουλάχιστον να μην είναι μπροστά τα παιδία.
Έγνεψα ναι στον αστυνομικό και πήγα μέσα στο σπίτι. Προσευχόμουν να την πάρουν από εδώ για να μην την δουν τα αδέλφια μου. Προσπάθησα να ηρεμίσω και να πίσω τον εαυτό μου πως ένα πτώμα δεν είναι τίποτα για εμένα. Σιγά, σχεδόν κάθε μέρα βλέπω πτώματα.
Κλίστηκα στο δωμάτιο μου και άνοιξα τον υπολογιστή που με το ζόρι μου αγόρασαν. Το δωμάτιο μου ήταν το μόνο μέρος που ήμουν ο εαυτός μου. Συμμάζευα τα πράγματα μου με ταχύτητα φωτός, έβαζα το ερκοντίσιον κάτω από τους 20 βαθμούς, θερμοκρασία που αν την έβλεπε η μάνα μου θα με κατσάδιαζε μέχρι του χρόνου. Μόνο στο δωμάτιό μου δεν έχω μαζεμένους τους κυνόδοντες μου. Ποιος θα με δει, αφού πάντα έχω κλειδωμένη την πόρτα. Με λίγα λόγια, το δωμάτιο μου είναι ο ¨κόσμος¨ μου. Και αυτοί που είναι μέρος του είναι ελάχιστοι. Πρώτη από όλους, ένα άτομο που το ξέρω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Η Σώτο όπως την φωνάζουμε. Ξέρει τα πάντα για εμένα, για το τι είμαι. Ξέρει πως σκοτώνω για να ζω, ξέρει πως το δέρμα μου μισεί τον ήλιο, ξέρει πόσο θα ήθελα να είχα κανονικό μαύρισμα το καλοκαίρι, πως μπορώ να κάτσω πάνω από δύο μέρες στο νερό χωρίς να βγω καθόλου για να πάρω ανάσα. Επίσης, άλλο ένα μέρος του φανταστικού μου κόσμου είναι η Δήμητρα. Που τρελαίνεται να την κάνω βουτιές στην θάλασσα, φυσικά μετά τις δώδεκα τα μεσάνυκτα. Αν έβλεπε κάποιος πόσο ψηλά φτάνει θα φρίκαρε. Άλλο ένα μέρος της τρέλας αυτής είναι ο Γιώργος. Ο Γιώργος είναι το άτομο που με κάνει να νιώθω άνθρωπος. Ειρωνεία, αφού δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ, γνωριστήκαμε σε ένα online παιχνίδι και από τότε είμαστε ¨αχώριστοι¨. Μιλάμε πολλές ώρες την ημέρα ιδικά το βράδυ. Θα ήθελα πολύ να τον συναντήσω, αν και μένει δύο ώρες μακριά μου. Έχουμε τσακωθεί μερικές φορές, αλλά όχι για κάτι σπουδαίο. Ούτος ή άλλος το βρίσκουμε την ίδια μέρα. Είναι πολύ καλό παιδί και με κάνει να νιώθω πολύ καλά. Το τελευταίο μέρος του βαμπιρικού μου κόσμου είναι η Αγγελικούλα. Όταν της το πρωτοείπα δεν με έιχε πιστέψει μέχρι που κάρφωσα το χέρι μου με ένα μαχαίρι. Εκεί είχε φρικάρει και ούρλιαζε, αλλά μετά από δύο λεπτά που το έβγαλα και επουλώθηκε. Ηρέμισε και το αποδεικτικέ. Της Αγγελικής της αρέσει να μου κάνει πειράματα, και να της μακραίνω τα μαλλιά. Δοκιμάζει κουρέματα και αν δεν τις αρέσουν με βάζει να της τα μακραίνω με γρηγορότερο ρυθμό από το κανονικό. Κρίμα, που δεν πιάνουν τα μαγικά μου πάνω μου. Τα μαλλιά μου φτάνουν περίπου μέχρι τους ώμους μου, με το ζόρι δηλαδή, και είναι σγουρά. Αναγκάζομε να τα ισιώνω κάθε μέρα για να δείχνουν όμορφα ή να τα πιάνω πάνω. Παλιά όταν ήμουν ακόμα άνθρωπος τα είχα μακριά μέχρι τους αγκώνες αλλά στην πορεία τα έκοψα. Μεγάλη βλακεία.
Κτύπησε η πόρτα και αναγκαστικά να μαζέψω τους κυνόδοντες, πόσο εκνευριστικό, και να κλίσω το ερκοντίσιον. Άνοιξα την πόρτα και ο Πάνος, έτρεξε κατευθείαν στον υπολογιστή που έχουμε στο δωμάτιο της Μαριλένας. Η Μαριλένα και ο Πέτρος πήγαν να δουν τηλεόραση και η μαμά πήγε στην κουζίνα.
«Τι έγινε Αννιό, όλα καλά;» μου είπε με κέφι. Προφανώς είχαν προλάβει να την μαζέψουν την κυρά-Φωτεινή από εκεί.
«Δεν είδες τι έγινε έξω;» της είπα και κοίταξα το πάτωμα.
«Ναι είδα ένα περιπολικό έξω από το σπίτι της κυρά-Φωτεινής. Μάλλον πάλι τσακώθηκαν και οι γείτονες φώναξαν την αστυνομία.»
«Μαμά, πέταξε την κυρά-Φωτεινή από την ταράτσα.»
«ΤΙ;» πεταχτήκαν ο Πέτρος και η Μαριλένα.
«Ναι. Πήγα στο περίπτερο για δέκα λεπτά και όταν γύρισα είδα όλο το σκηνικό. Εννοώ το περιπολικό και την κυρά-Φωτεινή.» Η μάνα μου δεν μίλαγε, τα μικρά πήγαν στην μπαλκονόπορτα για να δουν έξω. Ο Πάνος στον κόσμο του, δεν είχε ακούσει τίποτα απολύτως.
«Ευτυχώς δεν ήσασταν έξω όταν την έριξε.» είπε τελικά η μαμά μου και πήγε απάνω, στο δωμάτιό της.
«Ε, μαμά να πω στην Σωτηρία και την Αγγελική να έρθουν αύριο σπίτι;» της φώναξα
«Κάνε ότι θες» μου είπε και πήγα στο δωμάτιό μου. Ξανά κλείδωσα και άνοιξα το ερκοντίσιον. Πήρα τηλέφωνο την Σωτηρία από το κινητό και από το ασύρματο την Αγγελική.
«Γεια σου Αννούλα!» είπαν και οι δύο μαζί και έβαλα τα γέλια.
«Αχά, Άννα δεν είναι καλό για τον εγκέφαλο σου αυτό που κάνεις! Δεν μπορείς να μας παίρνεις τηλέφωνο μια-μια; Όπως κάνει όλους ο κόσμος.» είπε η Σώτο. Η Αγγελική προφανώς το άκουσε και γέλασε.
«Δεν είμαι εγώ όπως όλος ο κόσμος. Και μην ανησυχείς ο εγκέφαλος μου δεν παθαίνει τίποτα.» γελάσαμε και οι τρεις μαζί. Σαν χορωδία. Ωραίος ήχος.
«Τέλος πάντων, θέλετε να έρθετε αύριο σπίτι; Να κάτσουμε να δούμε τα πεφταστέρια; Α, και να κοιμηθείτε εδώ;»
«Εγώ πάω να ρωτήσω τώρα.» είπε η Αγγελική και η γραμμή μπήκε στην αναμονή. Μα φυσικά. Ξέρει ότι μπορώ να ακούσω. Συμφώνησε και η Σωτηρία και έμεινα ¨μόνη¨ μου. Έκανα μια στροφή γύρω από τον εαυτό μου και πήγα προς την πόρτα. Εκεί είχα κολλήσει όλες τις φωτογραφίες μου. Με την Αγγελική, την Σωτηρία, την Δημητρούλα, την Βλασία, την Ιωάννα, όλους. Ακόμα και τον Βασίλη. Μια είχαμε προλάβει να βγάλουμε, και αυτή κατά λάθος. Αλλά ήταν υπέροχη.
«Ει! Άννα ακούς;» φώναξε η Αγγελική από το ακουστικό και με ¨ξύπνησε¨.
«Έλα τι;» της είπα λίγο νηφάλια.
« Εγώ μπορώ.» είπε με μια γλυκιά φωνούλα λες και ήταν μικρό μωράκι που μόλις του πήραν γλειφιτζούρι. Η Σωτηρία ακόμα είχε αναμονή.
«Η Σωτηρία ακόμα να απαντήσει» της είπα.
«Αν είχε θα την είχα ακούσει» είπε και γέλασε.
«Ω, ναι.» είπα και γέλασα. Κοιτούσα γύρο, το πορτοκαλί μου δωμάτιο. Τα έπιπλα σιγά σιγά γίνονταν λιλά, ιδέα της μαμάς. Ποιο ωραίο χρώμα φυσικά από το πορτοκαλί. Θα βάφαμε και τους τοίχους λιλά, κάποια στιγμή. Μου άρεσε ο ¨προσωπικός¨ μου χώρος. Αρκετά ευρύχωρος, φωτεινός και ιδανικός για τις απαιτήσεις μιας έφηβης.
«Κορίτσια, μπορώ και εγώ!» ακούστηκε η Σωτηρία στο τηλέφωνο. Μόνο που δεν τσίριζε.
«Ωραία λοιπόν, δύο μερούλες θα κάτσετε σπίτι γιατί ο Πέτρος και η Μαριλένα θα πάνε στην γιαγιά μου για δύο μέρες και θα έχουμε περισσότερη ησυχία. Ιδικά το πρωί. Πάρτε μαζί σας και καλά ρούχα γιατί θα σας βγάλω και έξω μεθαύριο. Σας το λέω θα περάσουμε θαύμα! Αρκετά όμως με αυτό το θέμα για πείτε μου τα νέα σας.»
«Εγώ χώρισα. Ναι επιτέλους. Βρήκα το κουράγιο. Αλλά είμαι πολύ χαρούμενη. Χθες βγήκαμε με τον Γιώργο βόλτα και περάσαμε καταπληκτικά! Τι να σας λέω όλα υπέροχα.» είπε η Αγγελική με την ψυχή στο στόμα.
«Μπράβο Αγγελικούλα μου! Εγώ με τον Σπύρο δεν έχω μιλήσει ακόμα αλλά που θα πάει θα του μιλήσω κάποια στιγμή.» είπε η Σωτηρία και αναστέναξε.
«Χαίρομαι! Εγώ πάλι θα σας τα πω από κοντά γιατί από το τηλέφωνο δεν λέγονται αυτά.» είπα με λίγο ποιο σοβαρό ύφος. Προφανώς είχαν καταλάβει περί τίνος πρόκριτε...
avatar
Ονειροπόλα Έφηβη
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 57
Points : 5443
Ημερομηνία εγγραφής : 19/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : A Dream, just a dream.

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: Μετά την ανάγνωση του "Vampire Academy" απλά ξύπνισε ο συγγραφέας μέσα μου. Μου αρέσει πολύ να γράφω, αν και το αρνητικό μου είναι ότι μπορεί να ξεκινήσω κάτι με ενθουσιασμό και στο τέλος να το παρατήσω και να ξεκηνίσω κάτι άλλο.

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Bloody Moon (by Ονειροπόλα Έφηβη)

Δημοσίευση από Ονειροπόλα Έφηβη Την / Το Κυρ Αυγ 21, 2011 7:12 am

Κεφάλαιο 2

Η ώρα ήταν τέσσερεις το μεσημέρι αλλά είχα ανάγκη από τρεις ώρες ύπνου μιας και χθες δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. Έπεσα στο κρεβάτι μου, και όλη η κούραση έφυγε με μια ανάσα. Μούδιασα ολόκληρη και σιγά σιγά αποκοιμήθηκα.
Ήμουν σε ένα υπόγειο. Ήταν ευρύχωρα και σκοτεινά αλλά μπορούσα να διακρίνω μερικά έπιπλα λόγο της βιονικής μου όρασης. Επίσης μύριζα αίμα ανθρώπων. Άκουγα τις καρδιές τους. Τέσσερεις καρδιές που χτυπούσαν με αγωνία. Αλλά δεν υπήρχαν μόνο άνθρωποι εδώ. Ο λαιμός μου έκαιγε και σιγά-σιγά έπαιρνα μορφή λύκου, σημάδι ότι ο βρικόλακας που ήταν μέσα στο δωμάτιο είχε ήδη μεταφορτωθεί σε λύκο, και οι διαθέσεις του ήταν άγριες. Μετά την μεταφόρτωση, έβλεπα τα πάντα καθαρά. Η Δήμητρα, η Σωτηρία, Η Αγγελική και ο Βασίλης ήταν δεμένοι ανά δύο σε καρέκλες.
« Τι γίνετε εδώ μέσα! Αφήστε μας να φύγουμε!» φώναζε ο Βασίλης κουνώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά στην προσπάθεια του να δει. Η Αγγελική έιχε ξεσπάσει σε κλάματα και η Δήμητρα με την Σωτηρία προσπαθούσαν και αυτές να βρουν κάποιον τρόπο φυγής . Μα μάταια. Η ανθρώπινη όραση δεν μπορεί να αντικρίσει τίποτα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.
«Ποιος είσαι; Γιατί τους κρατάς δεμένους; Που είμαι;» γρύλισα στον μεταφορτωμένο βρικόλακα.
«Ρωτάς πολλά.» είπε και κατευθύνθηκε προς τον Βασίλη.
«Αυτός εδώ είναι η αδυναμία σου, έτσι; Απλά δώσε μου την πέτρα και δεν θα πάθει κανείς τους τίποτα.» είπε με ένα διαβολικό χαμόγελο. Όσο μπορεί ένας λύκος να χαμογελάσει. Αυτός ο μεταφορτωμένος βρικόλακας δεν ήταν όπως οι άλλοι. Ήταν σαν και εμένα. Εγώ κατά την μεταφόρτωση γίνομαι ένας λύκος με μέτριο ανάστημα, στο χρώμα της κόκκινης άμμου. Η ουρά μου λόγο των ματιών μου έχει πράσινες αντάβιες. Αυτός εδώ είχε σκούρο μπλε χρώμα, μέτριο ανάστημα και πρασινωπές αντάβιες σαν τις δικές μου λίγο ποιο σκούρες. Οι βρικόλακες συνήθως περνούν τα χρώματα μπεζ και καφέ. Και δεν έχουν αντάβιες. Μερικοί όμως, όπως εμείς, είμαστε προικισμένοι με κάποια χαρακτηριστικά. Κατά την μεταφόρτωση, ο κοινός βρικόλακας μπορεί να λιποθυμήσει, καθώς το προειδοποιητικό κάψιμο ξεκινάει από το κεφάλι. Ακόμα, ο κοινός βρικόλακας δεν μπορεί να βγει στον ήλιο μεταφορτωμένος. Αν ποτέ το επιχρίσει κάποιος, θα λιώσει σαν παγάκι. Ενώ εμείς μπορούμε να βγούμε χωρίς πρόβλημα. Για αυτό και αποκτάμε αλλόκοτα χρώματα. Κανείς δεν ξέρει για ποιον λόγο η φύση μας προίκισε με αυτά τα χαρακτηριστικά. Αλλά ο δημιουργός μου πριν πεθάνει μου άφησε ένα μικρό σημειωματάριο με την ιστορία μας και χρήσιμες συμβουλές για το πως θα τρέφομε, πως θα αποφεύγω άλλους βρικόλακες και άλλα χρήσιμα πράγματα.
«Απ’ ότι φαίνετε δεν είσαι πρόθυμη να μου δώσεις την πέτρα. Λυπάμαι που θα πρέπει να σκοτώσω τον μικρό σου σιντα.» είπα και όρμισε καταπάνω του.
Ντριιιιν.
«Όχι!» είπα και πετάχτηκα όρθια, μούσκεμα από τον ιδρώτα. Τι όνειρο. Ήταν πολύ αληθινό. Η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα. Βαριόμουνα να κάνω οτιδήποτε και άνοιξα τον υπολογιστή μου για να βρω τη σημαίνει το σιντα που είπε ο βρικόλακας στον ύπνο μου.
Μετά από έρευνα, ανακάλυψα πως το σιντα σημαίνει αγάπη στα Ινδονησιακά. Άλλο παράξενο και αυτό. Εγώ δεν έχω ιδέα από αυτή την γλώσσα. Λένε ότι τα όνειρα δημιουργήστε από γεγονότα και καταστάσεις. Μόνο που εγώ δεν είχα ποτέ μου ακούσει την λέξη σιντα πριν από αυτό. Μήπως... Αυτό το όνειρο δεν ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά μια προειδοποίηση;
avatar
Ονειροπόλα Έφηβη
Λάτρης Βιβλίων
Λάτρης Βιβλίων

Αριθμός μηνυμάτων : 57
Points : 5443
Ημερομηνία εγγραφής : 19/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : A Dream, just a dream.

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: Μετά την ανάγνωση του "Vampire Academy" απλά ξύπνισε ο συγγραφέας μέσα μου. Μου αρέσει πολύ να γράφω, αν και το αρνητικό μου είναι ότι μπορεί να ξεκινήσω κάτι με ενθουσιασμό και στο τέλος να το παρατήσω και να ξεκηνίσω κάτι άλλο.

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης