Write Your Stories..

Καλώς ήρθες, στην παρέα μας!

Ένας νέος κόσμος, με μπόλικη φαντασία,ρομαντισμό,
τρόμο και συγκίνηση σε περιμένει!

Θυμάσαι τότε που έγραφες αποσπάσματα της φαντασίας σου
χαρτάκια και τα έκρυβες στο συρτάρι σου?

Και όταν τα έβρισκε η μητέρα σου ένιωθε υπερήφανη
για σένα? Καιρός να δείξεις αυτό που είσαι!

Καιρός να βγάλεις από μέσα σου το ταλέντο που κρύβεις!

Just start to write your storie!

Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Πήγαινε κάτω

Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από daughter of hecate Την / Το Τετ Οκτ 26, 2011 7:49 am

ιστορια της Distressed Damsel22

Ραγισμένες καρδιές


''Το ξέρεις μ' αρέσεις/ Μα μη με πιστέψεις/ Σ' αυτό τον κόσμο που μόνος μου ζω/ Δεν υπάρχουν κανόνες/ Μα μόνο εξαιρέσεις...''



Αυτό το τραγούδι έπαιζε συνεχώς στο μυαλό μου και στα ακουστικά μου. Το άκουγα με μανία μπας και ξεχάσω τον πόνο μου: ότι όλοι οι φίλοι μου βρίσκονταν σε κάποια παραλία ή σε διακοπές και εγώ, μόνη στο σπίτι, να διαβάζω, να με τρώει μια αποπνικτική ζέστη. Η παγωμένη λεμονάδα στο τραπέζι και ο ανεμιστήρας δεν βοηθούσαν και πολύ. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να κάνουν το μυαλό μου να ταξιδέψει, μακριά από τις κρύες και μουντές σελίδες.

Το μυαλό μου πήγε στο χωριό μου, στο σπιτάκι μας που ήταν γεμάτο δέντρα, λουλούδια και νοστιμιές της γιαγιάς.

Άθελά μου, το μυαλό μου πήγε και στον Πάρη. Δεν μπορούσα να το ελέγξω. Πάντοτε η θύμησή του γέμιζε μια φούντωση στην καρδιά μου που δεν έλεγε να σβήσει.

Ο Πάρης ήταν γείτονάς μου στο χωριό και ένα χρόνο μεγαλύτερος από 'μένα. Ψηλός, με κοντό κουρεμένο, μαύρο μαλλί, καστανά μάτια και πολύ γλυκό πρόσωπο. Το όνομά μου είναι Ελένη και, όπως καταλαβαίνετε, πάντοτε θαρρούσα πως ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Μα βήμα δεν έκανα για να αποκτήσω αυτή την αγάπη. Μια πόρτα μας χώριζε και εγώ δεν τολμούσα να του πω ούτε ''Καλημέρα'' Είτε γνώριζε την ύπαρξή μου είτε όχι, το πράμα δεν άλλαζε: για εμένα, ήταν ο κόσμος μου όλος. Για εκείνος ήμουν απλά μια άγνωστη.

Τον έβλεπα να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, να βγαίνει βόλτες πότε με τα παιδιά και πότε με την μηχανή του. Άκουγα τόσα πολλά για εκείνον στο χωριό που ήταν σαν να τον ξέρω. Και περίμενα από μακριά καρτερικά πως κάποια μέρα θα διάβαζε στα μάτια μου τον πόθο μου για εκείνον.

Το μόνο που κατόρθωσα στην τελική είναι να κάθομαι μόνη μου στην βεράντα, με ένα βιβλίο Άλγεβρας στο χέρι. Σπουδαίο κατόρθωμα.

Ο καιρός πέρασε. Έδωσα εξετάσεις για να περάσω στο πανεπιστήμιο και πέτυχα αυτό που ήθελα: έγινα δασκάλα. Στις σπουδές μου, ήμουν επιμελής, στις φιλίες μου αληθινή, δεν στάθηκα όμως το ίδιο τυχερή και στην αγάπη. Την άλλαζα, σαν πουκάμισο ανοιξιάτικο. Όσα από δαύτα και αν δοκίμαζα, κανένα δεν μου έκανε, ένιωθα πως δεν μου πήγαινε. Η θύμησή μου έμεινε για τα καλά σε εκείνος, σαν να είχε παγώσει στον χρόνο η θύμησή του και μαζί του κι εγώ.

Στο χωριό μου όμως δεν ήθελα να πατήσω. Από πείσμα. Πείσμα στην αδυναμία μου, σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα. Να μην τον δω και λυγίσω. Και αναμένω και προσμένω κάτι που δεν μου ανήκει. Οι παππούδες μου με ζητούσαν, εγώ όμως έλεγα πάντα την ίδια, εύκολη δικαιολογία:

''Έχω πολύ διάβασμα. Στα τέσσερα χρόνια, πρέπει να τελειώσω. Δεν θέλω να με πάρουν και τα χρόνια''

Κι όμως, να πως πέρασε ο χρόνος: έφτασα στα είκοσι πέντε μου και τελείωσα το πανεπιστήμιο. Χαρά που έκαναν οι δικοί μου γι' αυτό το κατόρθωμα. Οι παππούδες μου όμως ζητούσαν να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου και να πάω να τους δω μόλις τελειώσω. Είχε έρθει πλέον η ώρα, δεν μπορούσα να το αναβάλω άλλο. Άλλωστε, εκείνος πολύ πιθανό να έλειπε, σωστά;

Με καλωσορίσανε με πλατιά χαμόγελα και ανοιχτές αγκάλες. Συγκινήθηκα κι εγώ γιατί είχα να τους δω τόσο πολύ καιρό. Προτού μπω στο σπίτι, έριξα μια κλεφτή ματιά στο διπλανό σπίτι.

Τίποτα. Καμία κίνηση. Καλύτερα. Αυτό με έβγαζε από τη δύσκολη θέση.

***

Το πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου πλησίαζε. Οι εκδηλώσεις στο χωριό, όπως πάντα, έκαναν πάταγο και το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο.

Μια ημέρα πριν από τις 15 Αυγούστου, η χορευτική ομάδα του συλλόγου μου ζήτησε να σύρω πρώτη τον χορό,πρώτον γιατί ήμουν καλή στους παραδοσιακούς χορούς και δεύτερον (μα πιο πολύ το εξέλαβα σαν πρόφαση) προς τιμήν της πολύχρονης απουσίας μου.

Προσπάθησα να αρνηθώ, ωστόσο όλο το σόι δεν δεχόταν κουβέντα για άρνηση, ούτε καν υποθετική. Τελικά ενέδωσα και να' μαι στο κέντρο της πλατείας, με εκατοντάδες μάτια καρφωμένα επάνω μου. Ένα ζευγάρι μάτια έμελλε να κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει:

Ο Πάρης.

Είχε αλλάξει από την τελευταία φορά που τον είχα δει. Το ντύσιμό του πιο σοφιστικέ, το παρουσιαστικό του πιο περιποιημένο, με το ίδιο πάντα πρόσωπο και τα ίδια, γλυκά μάτια. Για πρώτη φορά, φάνηκε να με προσέχει, αλλά μάλλον ήταν η ιδέα μου.

Πήραμε όλοι τις θέσεις μας και η μουσική άρχισε, με εμένα να σέρνω πρώτη τον χορό. Καθ' όλη τη διάρκεια, όλα πήγαιναν κατ' ευχήν, ώσπου...

Ένα στραβοπάτημα με έκανε να χάσω την ισορροπία μου και να συμπαρασύρω και άλλους τρεις μαζί μου. Προσπάθησα να σηκωθώ, με λίγη βοήθεια. Η μουσική είχε σταματήσει. Όλο το χωριό μας κοιτούσε. Δεν άντεξα άλλο την ντροπή. Η κοντινή παιδική χαρά ήταν η μόνη διαφυγή.

Κάθισα σε μια από τις κούνιες, ευχόμενη να μην βάλω τα κλάματα. Δεν είχα ξαναντραπεί πιο πολύ στην ζωή μου.

''Σημασία δεν έχει πως πέφτεις, αλλά πως σηκώνεσαι'' που λέει και το ρητό. Αυτό δεν με βοηθούσε τώρα.

Και ενώ ευχόμουν ολόψυχα ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί, άκουσα βήματα από το δρομάκι. Έκπληκτη, είδα τον Πάρη να στέκεται από πίσω μου και να με κοιτά με ολοφάνερη ανησυχία.

''Είσαι καλά;'' Η φωνή του μου ήταν άγνωστη και συνάμα τόσο οικεία. Μου μιλούσε για πρώτη φορά.

''Ναι, μια χαρά'' Απάντησα αυτόματα, τόσο από συνήθεια όσο και για να μην τον ανησυχήσω. Δεν έδειξε να πείθεται.

''Χόρεψες καλά...Προτού πάρει το όλο ''πράγμα'' τον κατήφορο'' Με χάιδεψε τρυφερά και είπε, με ένα ενθαρρυντικό και καθησυχαστικό χαμόγελο ''Αυτή ήταν μια αναποδιά. Μην σε παίρνει και από κάτω'' Εκείνη την στιγμή, ένιωσα λες και τα μάτια του μπορούσαν να διαβάσουν την ψυχή μου.

Αν το νέκταρ των θεών είχε χρώμα, αυτό θα ήταν το χρώμα των ματιών του.

''Πολύ αργά γι' αυτό'' μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου, σαν να παραδεχόμουν την αδυναμία μου. Εκείνος έσκυψε κοντά στον φράχτη, έκοψε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο και μου το πρόσφερε.

''Να αλλάζεις τα άσχημα με κάτι όμορφο. Να το θυμάσαι πάντοτε αυτό''

Και, λέγοντας αυτά, χάθηκε σαν όνειρο μες στο σκοτάδι.

***

Έτσι έγινε η αρχή. Αρχίσαμε να μιλάμε πιο συχνά και να κάνουμε παρέα. Παίζαμε τάβλι, χαρτιά, βγαίναμε βόλτες μαζί. Ο τοίχος ανάμεσά μας είχε γκρεμιστεί. Ώσπου μια μέρα, κοντά στις ράγες του τρένου και κάτω από έναν έναστρο ουρανό, μου ομολόγησε πως με είχε ερωτευτεί.

Το φιλί του με έκανε να πετάω στα ουράνια. Αυτό το φιλί ήταν λύτρωση. Τόσα χρόνια τον ήθελα και επιτέλους βρισκόταν εδώ, στην αγκαλιά μου. Στο αιώνιο μας καταφύγιο.

Εκείνη την νύχτα, κάναμε έρωτα. Έρωτα ξέφρενο, έρωτα αληθινό. Δεν ενωθήκανε μόνο τα σώματά μας, μα και οι ψυχές μας.

Την επόμενη μέρα, τον έψαξα στο στρώμα μου, στα σκεπάσματα, στο σπίτι του, στην γειτονιά. Άφαντος. Συνεχίζοντας μάταια την αναζήτησή μου, πέρασα τυχαία από το συνεργείο αυτοκινήτων του χωριού και από μακριά άκουσα την φωνή του.

''Μάγκες, τάξτε μου!'' έκανε εύθυμα εκείνος.

Πλησίασα αθόρυβα, κόλλησα το σώμα μου στον τοίχο, περιμένοντας ν' ακούσω κι άλλα.

''Τι;'' έκαναν τρεις φωνές μαζί.

''Το κάναμε με την κάργια'' Μου κόπηκε η ανάσα.

''Ποια; Αυτή την ξενέρωτη την γειτόνισσα σου που το μόνο που κάνει είναι να διαβάζει βιβλία;''

''Αυτή ντε! Γι' αυτή δεν το βάλαμε το στοίχημα;'' Σκέπασα το στόμα μου για να μην ακουστούν οι φωνές μου.

''Πω ρε φίλε, σε παραδέχομαι'' είπε κάποιος με βαριά, επαρχιώτικη προφορά ''Ένα μήνα τώρα, σου έβγαλε το λάδι''

''Αυτό να λέγεται'' η απάντηση σαν λεπίδα στην καρδιά μου. Τα μάτια μου καίγανε. Δάκρυα απειλούσαν να κυλήσουν στα μάγουλά μου.

''Άντε, τσάκο ένα χιλιαρικάκι. Ό, τι πρέπει για τον γάμο σου με την Μαρθούλα'' είπε ένας και γελάσανε όλοι μαζί.

Δεν άκουγα άλλο. Δεν άντεχα να ακούσω άλλο. Άρχισα να τρέχω. Δάκρυα κυλούσαν πλέον στα μάτια μου. Η καρδιά μου είχε γίνει χίλια κομμάτια. Μου φάνηκε ότι κάποιος φώναξε τ' όνομά μου.

Όμως ήμουν πολύ μακριά για να γυρίσω.

***

Την μεθεπόμενη ημέρα έμαθα για τον γάμο του Πάρη με την Μάρθα. Είχε βγει και αγγελία στην τοπική εφημερίδα πριν από λίγους μήνες, αλλά εγώ την είδα αργά. Πολύ αργά.

Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα με την πρώτη πτήση για Αθήνα. Έπρεπε να κολλήσω ξανά από την αρχή τα κομμάτια της ραγισμένης μου καρδιάς.

Μόλις έφτασα στο σπίτι, με πήρε τηλέφωνο η φίλη μου η Στέλλα για να μου πει ότι διορίστηκα στα Γιάννενα. Ξέσπασα σε κλάματα. Εκείνη θαρρούσε πως ήταν από συγκίνηση. Δεν άντεχα να της πω την αλήθεια.

Πήρα την βαλίτσα μου ξανά στο χέρι. Τα βήματά μου με οδήγησαν στην Λίμνη των Ιωαννίνων ή αλλιώς Λίμνη των Στεναγμών. Όπως και η κυρά Φροσύνη, έτσι και εγώ πνιγόμουν. Σήμερα παντρευόταν. Σήμερα τον έχανα για πάντα. Τα δάκρυά μου ανακατεύονταν με το γλυκό νερό της, ένιωθα να δανείζομαι λίγο από την θλίψη της, μέχρι που η καρδιά μου, βαριά σαν σίδερο πια, ήθελε να πνιγεί μαζί της.

Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, αντίκρισα την μορφή του στο δρομάκι, αχνή σαν οπτασία. Φορούσε κουστούμι, με ένα βγαλμένο σακάκι και μια γραβάτα λυτή. Όσο με πλησίαζε, σκεφτόμουν:

Αν το νέκταρ των θεών είχε χρώμα, αυτό θα ήταν των ματιών του.

Αν είχε γεύση, των χειλιών του.

Αν είχε υφή, της επιδερμίδας του.

Αν είχε μυρωδιά, του αρώματος του.

Αν είχε ήχο, αυτός θα ήταν ο ήχος της φωνής του.

Όλες μου οι αισθήσεις πόσο πλανήθηκαν! Γιατί το νέκταρ δεν ήταν παρά ένα ψέμα.

Σαν με πλησίασε, είπε, με ένα λαχάνιασμα στην φωνή: ''Έψαξα παντού για να σε βρω''

''Και εγώ για να ξεφύγω μακριά σου'' Πήγα να τηρήσω την υπόσχεσή μου, αλλά αυτός φυλάκισε τον ώμο μου με την χούφτα του.

''Έχεις δίκιο να με μισείς γι' αυτό που έκανα. Ακόμα κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Όμως κοίταξε με'' Έδειξε τα ρούχα του, σαν απόδειξη των λεγόμενων του ''Είμαι εδώ'' Σκέπασε το χέρι μου στην χούφτα του.

''Δεν μπορούσα να την παντρευτώ. Όχι από υποχρέωση. Όχι όταν η καρδιά μου είναι δοσμένη ολοκληρωτικά σ' εσένα'' Όσο κι αν δεν το ήθελα, μεθούσα από τις όμορφες κουβέντες του.

''Σ' αγαπώ. Ας φύγουμε μαζί και ας τα ξεχάσουμε όλα. Όλα μπορούν να γίνουν, αρκεί να με συγχωρέσεις'' Όλα πλέον ήταν στα χέρια μου, σε αυτά τα παγωμένα, άκαμπτα χέρια.

Σε αυτό το σημείο, θα έπρεπε να πέσω στην αγκαλιά του και να του πω πόσο πολύ τον αγαπώ, όπως ακριβώς στις ταινίες. Όμως η ζωή δεν είναι ταινία. Και δεν έχει πάντα ευτυχισμένο τέλος.

''Λυπάμαι. Δεν είμαι έτοιμη να σε συγχωρέσω. Ίσως να μην είμαι και ποτέ. Είναι τώρα πια αργά για εσένα. Πολύ αργά''

Δεν του έδωσα περιθώριο για εξηγήσεις. Δεν χρειαζόταν. Πλέον έβλεπα ξεκάθαρα πως δεν είχα αγαπήσει εκείνον, αλλά ένα όραμα: το όραμα μιας κάλπικης, απατηλής υπόσχεσης, μιας νοσηρής φαντασίωσης. Η πραγματικότητα απείχε παρασάγγης από αυτό.

Δεν ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Δεν μπορείς να είσαι με κάποιον που σε πούλησε στην πιο προσφιλή για εκείνον τιμή. Ακόμα και αν τον συγχωρούσα, η προδοσία του θα ροκάνιζε την ψυχή μου και θα ήταν ένα αγκάθι και για τους δυο μας.

Μου είχε πει κάποτε να αλλάζω τα άσχημα με κάτι όμορφο.

Εκείνος άλλαξε κάτι όμορφο και το έκανε εφιάλτη και σαράκι που σου τρώει τα σωθικά.

Εγώ όμως ξύπνησα πλέον από αυτόν τον εφιάλτη. Θα αρχίσω πάλι να αναζητώ που είναι καλά κρυμμένα τα όνειρα.

Τον άφηνα για πάντα, κουβαλώντας την βαλίτσα μου στο χέρι, με μια καρδία ακόμα ραγισμένη, γεμάτη όμως τώρα με ελπίδα.

Τώρα πλέον ήμουν ελεύθερη. Ελεύθερη από εκείνον.


Το φως δεν σημαινει απαραιτητα πως ειναι καλο
και ουτε το σκοταδι πως ειναι κακο.
avatar
daughter of hecate
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 279
Points : 5934
Ημερομηνία εγγραφής : 12/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : στον κοσμο τον δικο μου...

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: παντα διαβαζα βιβλια.απο τοτε που με θυμαμαι.με την συγγραφη αρχισα φετος.αν και στο δημοτικο εγραφα μικρες εκθεσεις που παντα αρεσαν σε ολους.για αυτο ασχοληθηκα πιο πολυ φετος.απο οσο μου εχουν πει καποια ατομα,τους αρεσει αυτο που γραφω.χαιρομαι για αυτο.η συγγραφη ειναι μια διεξοδο απο την μουντη καθημερινοτητα.ετσι το βλεπω εγω!αρα ισως και να ειναι ενα σημαντικο κομματι της προσωπικοτητας μου:)

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από daughter of hecate Την / Το Τετ Οκτ 26, 2011 7:51 am

ιστορια της Goldering

GOLDEN DAWN


«Τικ, τακ, τικ, τακ» Κοίταζα το ρολόι περιμένοντας με ανυπομονησία να τελειώσει η βραδινή βάρδια μου. «Τικ, τακ, τικ, τακ» Όταν ο λεπτοδείκτης χτύπησε δώδεκα πετάχτηκα από τον πάγκο, άρπαξα την μαύρη δερμάτινη τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την έξοδο της καφετέριας, φωνάζοντας ταυτόχρονα στο αφεντικό μου «Καληνύχτα Μπόμπ»
«Φεύγεις από τόσο νωρίς;» μου απάντησε βαριεστημένα καθώς ερχόταν προς το μέρος μου μυρίζοντας έντονα ουίσκι.
«Τελείωσα τη βάρδιά μου, δώδεκα ακριβώς» του είπα δείχνοντας με το δάχτυλό μου τον ξεχαρβαλωμένο ρολόι στον τοίχο.
«Αα, καλά τότε καληνύχτα, τα λέμε αύριο στις εννιά το πρωί, μην τολμήσεις να αργήσεις» μου είπε απειλητικά.
Ο βρόντος της πόρτας που έκλεισε πίσω μου, ήταν η μόνη απάντηση που πήρε.
Όταν βγήκα από την καφετέρια, ο θαλασσινός αέρας με τύλιξε. Έμεινα για μερικά δευτερόλεπτα να κοιτάζω την ακρογιαλιά. Ο μόνος λόγος που είχα έρθει να δουλέψω στο καφέ του Μπομπ αυτό το καλοκαίρι , ήταν η μαγευτική αυτή θέα. Μπορεί ο ιδιοκτήτης να ήταν ένας μεσήλικας εθισμένος στο ουίσκι, αλλά αυτό το μικρό καφέ με την υπέροχη θέα, χτισμένο ακριβώς πάνω στην παραλία ήταν το στέκι της νεολαίας όλου του νησιού από τις έντεκα, δώδεκα το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα που όλοι έφευγαν και πήγαιναν στα κλαμπ.
Αυτά σκεφτόμουν καθώς πήγαινα σπίτι με το ποδήλατο. Όταν έφτασα μπήκα μέσα και χαιρέτησα το μπαμπά μου, ο οποίος καθόταν στο γραφείο του διαβάζοντας ένα περιοδικό ψαρέματος. Ο μπαμπάς μου, ο Χρήστος ήταν πριν δεκαεφτά χρόνια ένας αποτυχημένος μουσικός παντρεμένος με μια ασυνήθιστα όμορφη νοικοκυρά, με την οποία έμεναν στην πόλη ως ότου εκείνη τον παρατήσει με ένα μωρό στην αγκαλιά για κάποιο εφοπλιστή που την ερωτεύτηκε σφόδρα.
Ο πατέρας μου όμως δεν το έβαλε κάτω, συγκέντρωσε τις οικονομίες του, μάζεψε τα πράγματα μας και ήρθε στο νησί με ένα μωρό μόλις έντεκα μηνών στην αγκαλιά. Παράτησε την μουσική, και έκτοτε δουλεύει ως ψαράς.
«Μπαμπά, γύρισα, γιατί είσαι ακόμα ξύπνιος;»
«Καλώς την! Τώρα θα πάω, περίμενα να γυρίσεις, έχει ψάρι στο ψυγείο αν θες»
«Θα φάω αργότερα. Εσύ πήγαινε για ύπνο και εγώ πάω μια νυχτερινή βουτιά.»
«Εντάξει αλλά να προσέχεις και να μην το ξενυχτίσεις. Καληνύχτα» μου είπε χαμογελώντας μου τρυφερά.
«Εντάξει μπαμπά. Καληνύχτα» του απάντησα συγκαταβατικά.
Εκείνος ανέβηκε πάνω, στο δωμάτιο του και εγώ βγήκα έξω στην παραλία. Το σπίτι μας ήταν κι αυτό χτισμένο πάνω στην ακτή, στην άλλη πλευρά του νησιού. Το κατώφλι μας απείχε περίπου εφτά μέτρα από τη θάλασσα.
Καθώς κατευθυνόμουν προς το νερό, έβγαλα το μαύρο κοντό σορτσάκι μου, τα σανδάλια μου και άρχισα να ξεκουμπώνω τα κουμπιά του άσπρου πουκάμισού μου. Όταν έμεινα με τα εσώρουχα έτρεξα γρήγορα στη θάλασσα και βούτηξα στα αλμυρά, σκουρόχρωμα νερά. Το νερό ήταν κρύο αλλά δεν με ένοιαζε. Βούταγα το κεφάλι μου, και προσπαθούσα να μείνω όση περισσότερη ώρα μπορούσα κάτω από την επιφάνεια. Το έκανα γιατί με ηρεμούσε να βρίσκομαι κάτω από το νερό, τα πάντα γύρω μου σώπαιναν και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι όμορφοι ήχοι του βυθού, που στο άκουσμα τους χαλάρωνα και αισθανόμουν ευτυχισμένη.
Μετά από περίπου μια ώρα, όταν τα χείλη μου άρχισα να μελανιάζουν και τα δόντια μου να τρίζουν βγήκα από τη θάλασσα φόρεσα το πουκάμισό μου αφήνοντας το ξεκούμπωτο και κάθισα στην παραλία ατενίζοντας το πέλαγος.
Ξαφνικά, τριάντα περίπου μέτρα από το σημείο που στεκόμουν, κάτι άρχισε να αναδύετε μέσα από τη θάλασσα, μία ανθρωποειδής μορφή. Ήταν σκοτάδι αλλά το αυγουστιάτικο φεγγάρι φώτιζε την περιβαλλομένη με μυστήριο φιγούρα, η οποία πλησίαζε προς την ακτή, παίρνοντας σάρκα και οστά. Όταν πια απείχε γύρω στα δέκα μέτρα, ήμουν σίγουρη ότι ήταν άντρας. Ήταν γυμνός, μέχρι που ένα κύμα τον κάλυψε και όταν εκείνο αποτραβήχτηκε ο άντρας φορούσε ένα λευκό λινό παντελόνι το οποίο ως εκ θαύματος ήταν στεγνό. Η απόσταση μεταξύ μας είχε στενέψει, τώρα πια απείχαμε μόνο ένα μέτρο, μπορούσα να διακρίνω πιο καθαρά κάποια από τα χαρακτηριστικά του. Ήταν περίπου δεκαεφτά χρονών ψιλός γύρω στο ένα ογδόντα πέντε, λεπτός, με πυρόξανθα ατημέλητα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια του, τα οποία είχαν το χρώμα της θάλασσας τη νύχτα, βαθύ μπλε .
Δεν κουνήθηκα, για κάποιο λόγο αυτός ο άγνωστος μου προκαλούσε ένα αίσθημα οικειότητας και γαλήνης, σαν να τον ήξερα χρόνια. Με αργές κινήσεις ήρθε και κάθισε δίπλα μου και μου έτεινε το χέρι του. «Τρίτων» μου είπε χαμογελαστά.
«Χρυσαυγή» του απάντησα με κομμένη την ανάσα.
«Όμορφο και παράξενο όνομα! Σε ονόμασαν έτσι λόγο των ματιών σου υποθέτω»
«Χμμ, περίπου» το έντονο μελί χρώμα των ματιών μου δεν ήταν ο μόνος λόγος. «Γνωριζόμαστε από κάπου;» πρόσθεσα με απορία.
«Δεν το νομίζω, θα θυμόμουν μια κοπέλα με τόσο όμορφα μάτια» μου είπε γλυκά.
Χαμογέλασα.
«Λοιπόν, τι σκεφτόσουν πριν η αναπάντεχη παρουσία μου σε διακόψει τόσο αγενέστατα;»
«Σκεφτόμουν ότι το καλοκαίρι σχεδόν τελείωσε και ότι τίποτα αξιόλογο δεν μου συνέβη… Για να μην στα πολυλογώ, ήταν πολύ βαρετό το φετινό καλοκαίρι.» είπα με ένα λυπημένο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μου.
«Για αυτό είμαι εγώ εδώ!» είπε παιχνιδιάρικα
«Πιστεύεις ότι θα μου αλλάξεις το βαρετό μου καλοκαίρι, μέσα σε μια βραδιά; Αδύνατο!»
«Δυνατό» είπε και εντελώς ξαφνικά με φίλησε. Σοκαρίστηκα, αλλά δεν τραβήχτηκα, γιατί το αρμυρό φιλί του ήταν τόσο υπέροχο… ώσπου τραβήχτηκε για να με ρωτήσει στον ίδιο παιχνιδιάρικο τόνο «Πως σου φάνηκε αυτό»
Δεν απάντησα απλά χαμογέλασα. Συνεχίσαμε να μιλάμε. Κυρίως για μένα, ο Τρίτων με ρωτούσε ένα σωρό πράγματα για τη ζωή μου, την καθημερινότητα και τα ενδιαφέροντά μου. Για εκείνον το μόνο που κατάφερα μάθω ήταν ότι λάτρευε τη θάλασσα και το κολύμπι.
Είχε αρχίσει να χαράζει όταν σηκώθηκε. «Φεύγεις κιόλας;» τον ρώτησα απογοητευμένη.
«Ναι, εκπλήρωσα το σκοπό μου» μου είπε εκείνος σοβαρά.
«Τον σκοπό σου; Τι εννοείς;» τον ρώτησα με απορία.
«Έκανα το καλοκαίρι σου ενδιαφέρον» είπε με ένα μοιρολατρικό χαμόγελο. Έσκυψε με φίλησε, τοποθετώντας ταυτόχρονα κάτι στη χούφτα μου. Έπειτα με κοίταξε για λίγο στα μάτια και κατευθύνθηκε προς τι θάλασσα. Κοίταξα τη χούφτα μου, μου είχε δώσει ένα πανέμορφο αστραφτερό κοχύλι. Καθώς το παρατηρούσα, εκείνος γύρισε και μου φώναξε «Τώρα κατάλαβα…. τα μάτια σου γίνονται χρυσά στο φώς της αυγής!»
«Ναι! Αντίο Τρίτων»
«Αντιο…»
Και τότε μια ηλιαχτίδα αυγερινού φωτός με έκανε να κλείσω τα μάτια μου. Όταν τα άνοιξα Ο Τρίτων είχε χαθεί στη θάλασσα….


Το φως δεν σημαινει απαραιτητα πως ειναι καλο
και ουτε το σκοταδι πως ειναι κακο.
avatar
daughter of hecate
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 279
Points : 5934
Ημερομηνία εγγραφής : 12/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : στον κοσμο τον δικο μου...

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: παντα διαβαζα βιβλια.απο τοτε που με θυμαμαι.με την συγγραφη αρχισα φετος.αν και στο δημοτικο εγραφα μικρες εκθεσεις που παντα αρεσαν σε ολους.για αυτο ασχοληθηκα πιο πολυ φετος.απο οσο μου εχουν πει καποια ατομα,τους αρεσει αυτο που γραφω.χαιρομαι για αυτο.η συγγραφη ειναι μια διεξοδο απο την μουντη καθημερινοτητα.ετσι το βλεπω εγω!αρα ισως και να ειναι ενα σημαντικο κομματι της προσωπικοτητας μου:)

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από daughter of hecate Την / Το Τετ Οκτ 26, 2011 7:54 am

ιστορια της ~Sadness Out Of Nowhere~




Black Rose: Ο απέραντος βυθός, Η αιώνια φυλακή μου.


Περπατούσα αργά και με βαριά βήματα, ο ήλιος με τύφλωνε. Πόσο πολύ παίζει να μισούσα
το καλοκαίρι; Οι πατούσες μου βυθίζονταν η μία μετά την άλλη διαδοχικά στην
άμμο καθώς μικρά κύματα έσκαγαν πάνω τους κάθε φορά που σταματούσα. Τα
κατάμαυρα μαλλιά μου χόρευαν με το καλοκαιρινό αεράκι, ήταν σαν να συζητούσαν
κάτι γεμάτο ένταση έτσι όπως μπερδευόντουσαν μεταξύ τους.

Η μαύρη τουαλέτα που φορούσα είχε σκιστεί από την πολύ χρίση, η αλήθεια είναι
ότι εδώ και ένα μήνα δεν είχα βάλει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το φόρεμα, δεν
ξέρω ίσως να είναι και παραπάνω ή και λιγότερο από μήνα, πλέον έχω χάσει την
αίσθηση του χρόνου. Σταμάτησα λίγο να περπατάω και κοίταξα προς την καταγάλανη
θάλασσα.
Δεν υπήρχε σχεδόν κανείς αυτήν την ώρα εδώ που να έκανε μπάνιο. Μόνο μία παρέα
ηλικιωμένων που κολυμπούσαν στα ρηχά.
Λογικό είναι να ήταν τόσο άδεια, κρίνοντας από το ύψος του ήλιου θα πρέπει να
ήταν γύρω στις 6 τα ξημερώματα.
Άρχισα να προχωρώ αποφασιστικά προς το μέρος της θάλασσας βουτώντας τα πόδια
μου όλο και πιο βαθιά μέσα στο παγωμένο νερό. Παγωμένο, ΧΑ, τουλάχιστον έτσι
πίστευα πως είναι, στην πραγματικότητα δεν το ένιωθα καν.
Πάντα μου άρεσε να κολυμπάω στην θάλασσα, από μικρή πρώτα έμαθα να κολυμπάω
χωρίς μπρατσάκια και μετά να περπατάω. Και ιδικά όταν η θάλασσα ήταν παγωμένη.
Όπως και λάτρευα την βροχή. Γι αυτό και σιχαινόμουν το καλοκαίρι, διότι η
θάλασσα είναι ζεστή και δεν υπάρχει περίπτωση να βρέξει… Καλά ίσως μια φορά στα
3 χρόνια να συμβεί. Όμως αυτό ήταν σπάνιο, και είναι βρόμικη βροχή.
Έκανα άλλη μία παύση στο περπάτημά μου, και κοίταξα μέσα στον βυθό. Πλέον το
νερό μου έφτανε μέχρι το σαγόνι.
Ναι, πλέον δεν μπορούσα να κολυμπήσω, απλά περπατούσα μέσα στην θάλασσα.
Προσπάθησα για άλλη μία φορά να νιώσω την ορμή των κυμάτων, προσπάθησα ν δώσω
ώθηση με τα χέρια μου έτσι ώστε να ξανακάνω αυτό που αγαπούσα περισσότερο από
όλα, το κολύμπι. Όμως για άλλη μια φορά το νερό πέρασε από μέσα μου σαν να μην
υπήρχα. Η ερώτηση είναι: Υπάρχω;
Η απάντηση είναι: Δεν ξέρω.
Δεν μπορώ να αγγίξω τίποτα παρά μόνο τον εαυτό μου και το έδαφος. Δεν μπορούσε
κανείς να με δει, ή να με νιώσει. Τα ρούχα μου είχαν γίνει πλέον 1 με το σώμα
μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ή να ονειροπολήσω. Το μόνο που έκανα ήταν να
περιπλανιέμαι άσκοπα σε αυτήν την παραλία. Α ναι, και το χειρότερο, δεν
μπορούσα να φύγω από εδώ. Μπορούσα να φτάσω μόνο μέχρι εκεί που με άγγιζαν τα
κύματα. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησα πολλές φορές να απομακρυνθώ, να
προχωρήσω στην ακτή, να πάω στο σπίτι μου, όμως κάθε φορά κάτι σαν τοίχος με
σταματούσε.
Δεν ήξερα αν μπορούσα να διασχίσω την θάλασσα και να πάω σε οποιαδήποτε χώρα
ήθελα.
Πιο το νόημα άλλωστε, και πάλι θα ήμουν παγιδευμένη χωρίς να μπορώ να προχωρήσω
πέρα από το μοναδικό πράγμα που αγάπησα, την θάλασσα, και την τωρινή φυλακή
μου.
Με αυτές τις σκέψεις έκανα μερικά ακόμα βήματα και το κεφάλι μου εξαφανίστηκε
μέσα στον γαλάζιο βυθό.
Δεν ήξερα που βρίσκομαι, αυτό είναι το μέρος που πας όταν…
Όχι δεν μπορεί να είναι αυτό κάτι λάθος θα συνέβη με εμένα, κάτι δεν θα πήγε
καλά.
Ο μόνος τρόπος για να βρω τις απαντήσεις μου είναι να γυρίσω εκεί.
Εκεί που τελείωσαν όλα.
Δεν έχω πάει εκεί από τότε…
Δεν ήθελα να θυμάμαι, δεν ήθελα να ξέρω.
Γιατί; Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό; Στο κάτω κάτω, είχα μόλις γίνει 16… Για την
ακρίβεια εκείνη την ημέρα έγινα 16.
Όλα άρχισαν ένα πρωί. Το πρωί των γενεθλίων μου.
24 Αυγούστου ώρα 10:45
>>>>>ΝΤΡΙΝ<<<<<
Το τηλέφωνο μου. Σηκώθηκα βαριεστημένα από το κρεβάτι μου, και άπλωσα το χέρι
μου να πιάσω το κινητό μου που βρισκόταν στο κομοδίνο μου. Στην οθόνη
αναβόσβηνε ο αριθμός της καλύτερης μου φίλης,
«Ναι;»
“Happy birthday to you, happy
birthday to you, happy birthday happy birthday happy birthday to you!!!”
Δεν πρόλαβα να απαντήσω και άκουσα τις 2 κολλητές μου να μου τραγουδάνε.

Δεν κρατήθηκα και με το που τελείωσαν το τραγούδι μου ξέφυγε ένα γελάκι.
«Τι;;; Δεν το είπαμε καλά; Να το ξαναπροσπαθήσουμε αν είναι»
«Όχι, όχι μια χαρά το ‘πατε. Απλά με ξαφνιάσατε λίγο αυτό είναι όλο.»
«Λοιπόν εορτάζουσα, σήμερα επειδή είναι τα γενέθλια σου θα μας κάνεις την χάρη
και θα έρθεις μαζί μας στην θάλασσα.»
«Νόμιζα πως τις χάρες τις κάνουν σε αυτόν που γιορτάζει.»
«Δεν ακούω κουβέντα θα έρθεις, σε ένα τέταρτο να είσαι έτοιμη θα περάσουμε να
σε πάρουμε, Και ΑΝ δεν είσαι, θα σε ετοιμάσουμε εμείς.»
Αυτό μόνο είπε και το έκλεισαν.
Άρχισα να βρίζω μέσα από τα δόντια μου καθώς έβγαζα τις μαύρες πιτζάμες μου,
και έψαχνα για το κατάμαυρο μαγιό μου.
Ω ναι, αν δεν το καταλάβατε το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μαύρο, καλά εντάξει
και το μοβ τρώγετε.
Όλα μου τα ρούχα, και τα εσώρουχα, είναι μαύρα. Τα νύχια μου τα βάφω πάντα
μαύρα, και τα μαλλιά μου είναι μαύρα. Μόνο τα μάτια μου έχουν αυτό το καφετί ανοιχτό.
Όταν χτύπησε το κουδούνι είχα μόλις προλάβει να πάρω την τσάντα θαλάσσης στα
χέρια μου. Φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και άνοιξα την πόρτα.
Εκεί είδα της 2 συνηθισμένες μορφές τον καλύτερων μου φίλων.
«Μπράβο και νόμιζα ότι δεν θα ήσουν έτοιμη ποτέ.»
“Ναι, και πίστευα ότι θα έπρεπε να σε ντύσουμε εμείς”
Μου είπαν με το που με είδαν.
«Καλημέρα και σε εσάς.»
“Καλημέρα!!!”Είπαν συγχρόνως και με αγκάλιασαν.
«Χρόνια πολλά να τα εκατοστίσεις»
“Να σε χαιρόμαστε”
«Ναι, ναι ευχαριστώ. Άντε πάμε να τελειώνουμε και με αυτό.»
Είπα καθώς τις τράβηξα και κατευθυνθήκαμε προς το λεωφορείο το οποίο θα
παίρναμε για να κατέβουμε στην θάλασσα.
Όταν πλέον ήμασταν εκεί, και οι δυο τους, έτρεξαν αμέσως και μπήκαν στην
θάλασσα. Εγώ πάλι αποφάσισα να κάνω μερικές βόλτες στην παραλία.
Κατευθύνθηκα προς έναν ψηλό βράχο, που συνήθως τον χρησιμοποίησαν τα αγόρια για
να κάνουν βουτιές-φιγούρα στα κορίτσια. Κάθισα στην άκρη και κοιτούσα διάφορα
αγόρια να κάνουν βουτιές.
“Τι κάνει μία τόσο όμορφη κοπέλα εδώ πέρα μόνη της;”
Άκουσα μία άγνωστη φωνή να μου λέει.
Γύρισα και είδα ένα όμορφο αγόρι, γύρω στην ηλικία των 20 να μου χαμογελάει.
«Τίποτα απλώς σκέφτεται πως θα ήταν να πέφτει κάποιος από ένα τόσο μεγάλο
υψόμετρο, ιδικά με τον κίνδυνο να πέσει πάνω σε βράχια. Με τον φόβο του
τραυματισμού ή ακόμα και του να σκοτωθεί.»
"Ενδιαφέρον σκέψη, τότε γιατί δεν το δοκιμάζεις η ίδια για να μάθεις;”
«Μπα, ίσως φοβάμαι υπερβολικά πολύ για να προσπαθήσω.»
Φαινόταν να είναι καλό παιδί, μου μίλησε για τον εαυτό του, και μου είπε πόσο
του αρέσει να βλέπει την πανσέληνο από εδώ, σήμερα θα είχε πανσέληνο. Η ώρα
είχε αρχίσει να περνάει, είμαι σίγουρη πως θα είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται
για το που βρίσκομαι.
Σηκώθηκα, για την ακρίβεια πετάχτηκα, από την θέση μου.
«Συγνώμη όμως πρέπει να φύγω.» Είπα και γύρισα την πλάτη μου να φύγω.
“Μα εγώ σου είπα σχεδόν τα πάντα για μένα και για εσένα δεν ξέρω σχεδόν τίποτα”
«Συγνώμη όμως…»
“Θέλω να σε ξαναδώ”
«Δεν… δεν ξέρω.»
“Σε παρακαλώ, σήμερα το βράδυ, εδώ. Να δούμε μαζί την πανσέληνο.”
Μου μίλησε τόσο γλυκά που δεν μπόρεσα να του αρνηθώ… ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ.
«Εντάξει θα είμαι εδώ…»
“Θα σε περιμένω, με το που νυχτώσει”
Έφυγα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Στην διαδρομή προς το σπίτι μου, ήμουν
αφηρημένη, μου μιλούσαν αλλά δεν τους άκουσα.
«Μα τι στο καλό έχεις πάθει;»
“Πάω στοίχημα πως γνώρισε κάποιον και της ζήτησε να βγουν”
«Τι με έναν εντελώς άγνωστο; Δεν μου ακούγετε για πολύ καλή ιδέα…»
“Εγώ το θεωρώ πολύ ρομαντικό”
Τις αγνόησα μέχρι που ήρθε η ώρα να κατέβω από το λεωφορείο. Τις χαιρέτισα με
ένα βιαστικό θα τα πούμε. Και έτρεξα γρήγορα προς την κατεύθυνση του σπιτιού
μου.
Μόλις έφτασα στην είσοδο, άνοιξα διάπλατα την πόρτα και αφότου πέρασα αθόρυβα
από το σαλόνι στο οποίο έβλεπε ο πατέρας μου ποδόσφαιρο. Ανέβηκα τις σκάλες
τρέχοντας και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου κλείνοντας την πόρτα πίσω μου με
δύναμη.
«ΗΣΥΧΙΑ»
«Συγνώμη.» Μουρμούρισα, και πέταξα τα πράγματα μου στην άκρη του κρεβατιού.
Άνοιξα την ντουλάπα μου και άρχισα να ψάχνω για το τι θα βάλω το βράδυ. Όταν
πλέον αποφάσισα η ώρα ήταν ήδη 6 το απόγευμα.
Κατέληξα σε ένα κατάμαυρο φόρεμα. Πίστευα ότι ταίριαζε με την σημερινή νύχτα…
Είχα περίπου δύο ώρες μέχρι να φύγω οπότε κάθισα και έφτιαξα το δωμάτιο μου και
μετά άρχισα να ετοιμάζομαι για την βραδινή μου έξοδο.
Το μόνο που σκεφτόμουν είναι το πόσο ρομαντικό θα ήταν. Που να ήξερα…
Έβαλα το φόρεμα και έπειτα αφότου άφησα τα μαλλιά μου να πέφτουν στους ώμους
μου, έβαψα πάλι μαύρα τα νύχια μου και έβαλα μαύρο μολύβι και μάσκαρα.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέπτη.
«Ναι τώρα μπορείς να πεις ότι είμαι έτυμη.
Βγήκα από το δωμάτιο μου, και με αθόρυβα βήματα κατευθύνθηκα προς την κεντρική
είσοδο. Όταν βγήκα έξω, ο ήλιος πλέον είχε δύσει.
Αποφάσισα να μην πάρω το λεωφορείο και να πάω με τα πόδια, εξάλλου 10 λεπτά θα
μου έπαιρνε μόνο.
Ένιωθα το δροσερό αεράκι να περνάει μέσα από τα μαλλιά μου καθώς βημάτιζα με
ένα χαμόγελο στα χείλη. Λίγα λεπτά μετά βρισκόμουν και πάλι στον ψηλό βράχο,
μόνο που τώρα πλέον είχε νυχτώσει για τα καλά, το φεγγάρι φαινόταν ολόγιομο
ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας. Εκεί τον είδα από μακριά να κάθεται και να
παρατηρεί την κάθε μου κίνηση.
“Νόμιζα πως δεν θα ερχόσουν.” Η φωνή του ακούστηκε αλλιώς, πιο χοντρή, πιο
τρομακτική.
«Είπα πως θα έρθω, σωστά;» Φορούσε ένα κατάμαυρο κοστούμι και στ χέρια του
κρατούσε ένα μαύρο τριαντάφυλλο.
“Ορίστε αυτό είναι για σένα”
Μου είπε και μου το έδωσε.
«Σε ευχαριστώ πολύ.»
“Έλα να κάτσεις δίπλα μου.” Είπε και κάθισε στην άκρη του γκρεμού.
«Μα είναι επικίνδυνα, μπορεί να πέσουμε.»
“Τι, φοβάσαι; Εξάλλου από εδώ το φεγγάρι δείχνει ακόμα πιο όμορφο.”
«Με εσένα δίπλα μου; Εννοείται πως δεν φοβάμαι» Είπα και καθώς έκατσα δίπλα του
μου φάνηκε πως άκουσα ένα σιγανό, θα έπρεπε, όμως δεν είμαι σίγουρη, και ποτέ
δεν θα μάθω.
“Θυμάσαι το πρωί που μου είπες ότι θα ήθελες να ξέρεις πως είναι η αίσθηση να
πέφτεις από εδώ, με όλον αυτόν τον κίνδυνο;” Η φωνή του μου ακουγόταν πιο
απειλητική από ποτέ.
«…Ναι…» Μουρμούρισα διστακτικά.
“Τότε γιατί δεν δοκιμάζεις τώρα;”
Είπε και μου φάνηκε πως είδα τα μάτια του διαβόλου, προσπάθησα να σηκωθώ και να
φύγω μακριά του, όμως ένιωσα κάτι σαν νύχια να μπήγεται μέσα στο δέρμα του
ποδιού μου.
“Δεν έχεις να πας πουθενά”
Το μόνο που θυμάμαι μετά από αυτό, είναι την πίεση του αέρα καθώς έπεφτα με
υπερβολική ταχύτητα, έπειτα έναν αφόρητο πόνο στο κεφάλι μου, και μετά κόκκινο
παντού. Τα πάντα κόκκινα!!!!!!

Ύστερα από λίγα λεπτά βρισκόμουν και πάλι σε εκείνην την παραλία παγιδευμένη,
χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα από το να περιπλανιέμαι. Και να ελπίζω να
σταματήσει κάποτε.


Σήκωσα το κεφάλι μου καθώς οι αναμνήσεις μου τελείωναν εκεί.

Είχα φτάσει πλέον στον προορισμό μου. Κοίταξα προς τα μυτερά βράχια και το
είδα.
Το σώμα μου, μέσα σε μία λίμνη αίματος διαλυμένο από τα κύματα της θάλασσας, να
στέκεται άψυχο, χωρίς ζωή, φορώντας ένα κατάμαυρο φόρεμα και κρατώντας ένα
μαύρο τριαντάφυλλο. Καθώς ο κατακόκκινος ήλιος του καλοκαιριού έκαιγε.


Το φως δεν σημαινει απαραιτητα πως ειναι καλο
και ουτε το σκοταδι πως ειναι κακο.
avatar
daughter of hecate
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 279
Points : 5934
Ημερομηνία εγγραφής : 12/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : στον κοσμο τον δικο μου...

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: παντα διαβαζα βιβλια.απο τοτε που με θυμαμαι.με την συγγραφη αρχισα φετος.αν και στο δημοτικο εγραφα μικρες εκθεσεις που παντα αρεσαν σε ολους.για αυτο ασχοληθηκα πιο πολυ φετος.απο οσο μου εχουν πει καποια ατομα,τους αρεσει αυτο που γραφω.χαιρομαι για αυτο.η συγγραφη ειναι μια διεξοδο απο την μουντη καθημερινοτητα.ετσι το βλεπω εγω!αρα ισως και να ειναι ενα σημαντικο κομματι της προσωπικοτητας μου:)

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από daughter of hecate Την / Το Τετ Οκτ 26, 2011 7:55 am

ιστορια της Bibidi Bobidi Bou



Απλά χαμογέλα




Θεέ μου, τι ζέστη κι αυτή. Είναι το μόνο πράγμα που δεν αντέχω το καλοκαίρι.
Ειδικά το συγκεκριμένο καλοκαίρι. Να
ξυπνάς τις 6 το πρωί και να έχεις τη γκρίνια της μαμάς. Συν τις 4 ώρες στο
αυτοκίνητο μέχρι να φτάσεις στο Λας Βέγκας.

-Μπαμπάκα! είπα και έτρεξα στην αγκαλιά του.

-Τι κάνει το μικρούλη μου? είπε γελώντας
-Μου έλειψες τόσο πολύ.
-Και μένα γλυκιά μου, και μένα. Συγνώμη που δεν ήρθα στα γενέθλιά σου αλλά είχα
πολλές δουλειές.
-Κανονικά έπρεπε να σου θυμώσω. είπα παραπονιάρικα
-Μα θα επανορθώσω. Θα σου δώσω το καλύτερο σαββατοκύριακο της ζωής σου.
Αχ, αυτό είναι το καλό όταν ο μπαμπάς σου έχει δικό του καζίνο!
-Λοιπόν, είπε κι έπιασε τη μαμά μου από τη μέση, είστε έτοιμες να δείτε τη
σουίτα που θα μείνετε?
-Ναι! είπαμε και οι δυο ταυτόχρονα

Μπήκαμε μέσα στο καζίνο. Είχε τόσο κόσμο που ίσα χωρούσες να περάσεις. Όλοι
πηγαινοερχόταν. Η μουσική και οι φωνές δημιουργούσαν ένα σούσουρο. Περνούσαμε
από τεράστιους διαδρόμους με τυχερά παιχνίδια. Τραπέζια με τζογαδόρους όπου
δεκάδες σερβιτόρες περνούσαν και σέρβιραν ποτά. Αναρωτιόμουν πως τα κατάφερνε ο
μπαμπάς εδώ πέρα. Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν είχε έρθει στα γενέθλιά μου. Με
τόση δουλειά. Την τελευταία φορά που είχα έρθει ήταν πριν 2 χρόνια όταν είχε
πρωτοανοίξει το καζίνο. Τότε είχε πολύ κόσμο μα καμία σχέση με τον κόσμο που
είχε τώρα. Μπήκαμε σε ένα όμορφο και μεγάλο ασανσέρ.

Ο μπαμπάς πάτησε το νούμερο 27 και το ασανσέρ ξεκίνησε.

Βρεθήκαμε σε ένα τεράστιο διάδρομο με πολλές πόρτες. Προχωρήσαμε ευθεία μπροστά
και σταματήσαμε μπροστά από μία πόρτα. «Προεδρική σουίτα» έγραφε μια ταμπέλα.
Θεέ μου, θα περάσω πράγματι το καλύτερο σαββατοκύριακο της ζωής μου.

-Εδώ είμαστε, είπε ο μπαμπάς και άνοιξε την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν τεράστιο. Μπροστά μου βρισκόταν ένα αρχοντικό κρεβάτι με
βελούδινο πάπλωμα και μεγάλα μαξιλάρια. Ξάπλωσα πάνω του. Ήταν τόσο άνετο.
-Ελπίζω να μην σας πειράζει που θα κοιμηθείτε στο ίδιο κρεβάτι. μας είπε ο
μπαμπάς
-Μα τι είναι αυτά που λες? του είπα και του έδωσα ένα φιλί.
-Ωραία τότε, εγώ έχω κάποιες δουλειές να κανονίσω. Θα τα πούμε στις 8:00 στο
Raise για φαγητό. φίλησε τη μαμά στο μάγουλο κι έφυγε.
-Λοιπόν, τι θα κάνουμε τώρα? την ρώτησα.
-Εγώ είμαι λίγο κουρασμένη από το ταξίδι. είπε και έλυσε τα ξανθά μαλλιά της. Θα
κοιμηθώ λιγάκι. Εσύ άμα θες πάνε καμιά βόλτα αλλά πρόσεχε μη χαθείς.
-Εντάξει, είπα και έφυγα σχεδόν τρέχοντας. Τι θα μπορούσε να κάνει μόνο του ένα
δεκατετράχρονο κορίτσι σε ένα καζίνο? «Πολλά πράγματα» σκέφτηκα και γέλασα.

Άρχισα να περπατάω στους διαδρόμους και να κοιτάω αυτούς που έπαιζαν. Κάθισα
δίπλα σε ένα ψηλό κύριο με μουστάκι. Εκείνη την ώρα έριχνε κάτι ζάρια.

Έτυχε το 4 και το 5.
-Κέρδισα! Είπε χαρούμενος. Ένας άλλος του έδωσε κάτι μπλε μάρκες.
-Στοιχηματίζω 9. είπε και έδωσε τις μισές μάρκες πίσω.
Έριξε πάλι τα ζάρια. Αυτή τη φορά έτυχε το 3 και το 6.
-Κέρδισα, κέρδισα! Είπε ακόμα πιο χαρούμενος και με κοίταξε με ενδιαφέρον.
Ένιωσα άβολα οπότε έκανα να φύγω.
-Όχι, μην φεύγεις! Μόλις ήρθες άλλαξε η τύχη μου. Είσαι το γούρι μου.
Γέλασα αμήχανα.
-Συγνώμη κύριε αλλά πρέπει να φύγω.
-Θα σου δώσω μία μάρκα. μου είπε.
-Σας είπα πρέπει να φύγω. είπα. Πρέπει να είχα κοκκινίσει ολόκληρη.
-Θα σου δώσω δύο μάρκες. Μου είπε πιο δυνατά.
-Δεν το κάνω γι αυτό κύριε απλά πρέπει να φύγω. είπα ελαφρός θυμωμένη
-Τι συμβαίνει? Υπάρχει κάποιο πρόβλημα? ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.
-Μπαμπά? Όχι δεν συμβαίνει τίποτα, μην ανησυχείς. τον καθησύχασα
-Ωραία, είπε ρίχνοντας ένα αυστηρό βλέμμα στον κύριο με το μουστάκι. Τι θα
έλεγες να πας στη πισίνα? Είναι πιο ήσυχα εκεί.
-Εμ, εντάξει. Πάω να βάλω το μαγιό μου.

Κάθισα σε μια άδεια ξαπλώστρα. Και έβγαλα το αντηλιακό μου.

-Να σας βοηθήσω δεσποινίς? Μου είπε μια σερβιτόρα με καλοσυνάτο χαμόγελο.
Μα καλά, μέχρι και στην πισίνα υπάρχουν σερβιτόρες?
-Εμ, ευχαριστώ, αν μπορούσατε να μου βάλετε λίγο στη πλάτη? είπα και της έδωσα
το αντηλιακό.
-Φυσικά, είπε και άρχισε να με αλείφει.
Αποφάσισα να κάνω μια βουτιά. Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ τη θάλασσα από τις
πισίνες αλλά μιας και δεν είχα θάλασσα...
Ανέβηκα πάνω στο βατήρα και πήρα μια βαθιά ανάσα. Το νερό ήταν κρύο και με
δρόσισε. Κολύμπησα για λίγες φορές από τη μία στην άλλη άκρη της πισίνας και
έπειτα βγήκα έξω. Προχώρησα προς τη ξαπλώστρα αλλά με περίμενε μια δυσάρεστη
έκπληξη. Η πετσέτα μου είχε εξαφανιστεί. Άρχισα να την ψάχνω και να ρωτάω τους
διπλανούς μήπως την είδαν, μα κανείς τους δεν την είχε δει.
-Αυτή ψάχνεις? άκουσα μια φωνή.
Γύρισα. Μπροστά μου στεκόταν ένα ψηλό
αγόρι με ξανθά μαλλιά και γοητευτικά μάτια. Στα χέρια του κρατούσε την πετσέτα
μου.
-Ναι! Που την βρήκες? Τον ρώτησα με περιέργεια.
-Την πήρα από την ξαπλώστρα σου. είπε με πονηρό βλέμμα.
-Και γιατί την πήρες από την ξαπλώστρα μου? ρώτησα θυμωμένη
-Για να σε πλησιάσω! Είπε και εγώ κοκκίνισα.
Του άρπαξα την πετσέτα και έφυγα. Δεν ξέρω αν ήμουν θυμωμένη ή γοητευμένη. Ξέρω
ότι έπρεπε να φύγω.

Φόρεσα ένα πορτοκαλί φόρεμα με μια μοδάτη ζώνη και κατέβηκα. Είχα αργήσει λίγο
αλλά δεν νομίζω να τους πείραζε.

Άνοιξα την πόρτα του Raise και μπήκα μέσα. Ήταν ένα ευρύχωρο μαγαζί με μικρά
και κομψά τραπεζάκια. Σε ένα τραπέζι δίπλα από το παράθυρο ξεχώρισα τους γονείς
μου. Τους πλησίασα.
-Που είσαι εσύ βρε? Σε άφησα πριν 10 λεπτά στο δωμάτιο και μου είπες ότι ήσουν
έτοιμη. μου είπε η μαμά
-Εμ, ναι, απλά... ξεχάστηκα
- Δεν πειράζει, δεν ήρθαν ακόμα οι καλεσμένοι μας. είπε ο μπαμπάς
-Καλεσμένοι? απόρησα
-Ναι, περιμένουμε κάποιους φίλους.
Εκείνη την ώρα μας πλησίασε ένα ζευγάρι. Είχαν και οι δυο ξανθά μαλλιά και
όμορφα μελί μάτια.
-Κλάρα! Τι χαρά που σε ξαναβλέπω! είπε χαρούμενη η μαμά μου
-Κι εγώ χρυσή μου, κι εγώ. απάντησε η γυναίκα με γλυκιά φωνή. Λογικά θα σου
γνώρισα το γιο μου. Πίσω από τον άντρα εμφανίστηκε ένα αγόρι.
Οχ, ήταν το αγόρι που μου είχε πάρει την πετσέτα. Με κοίταξε με πονηρό ύφος και
χαιρέτησε τη μαμά.
-Είμαι ο Ντιν, χάρηκα. είπε και εξακολούθησε να με κοιτάζει ενώ δε μιλούσε σε
μένα.
-Από ‘δω η κόρη μου, η Σίλβια. είπε η μαμά και με έδειξε
Αυτός μου χαμογέλασε.
-Ναι, είχα την τύχη να την γνωρίσω, είπε πονηρά
Τι θράσος θεέ μου
-Μπα, εγώ γιατί δεν το θυμάμαι, είπα θυμωμένη
-Σίλβια! είπε η μαμά και με κοίταξε έκπληκτη
-Τι θες να κάνω? της ψιθύρισα ερωτηματικά
-Συγνώμη λίγο. Είπε η μαμά στους υπόλοιπους και με τράβηξε πιο κει. Απλά
χαμογέλα! Ακόμα και να μην τον θυμάσαι.
Απλά χαμογέλα! Η γνωστή φράση της μαμάς όταν θέλει να μου μαθαίνει καλούς
τρόπους. Δεν γίνετε σε όλη μου τη ζωή να χαμογελάω!
-Τον θυμάμαι πολύ καλά μαμά. Όταν είχα πάει στην πισίνα αυτός μου έκλεψε την
πετσέτα!
-Τι? Θα τον μπερδεύεις με κάποιον άλλον.
-Όχι! Τον θυμάμαι πολύ καλά. είπα και έφυγα από το μαγαζί. Άκουσα τη μαμά να με
φωνάζει αλλά δεν γύρισα. Ανέβηκα φουρκισμένη στο δωμάτιο.

Δεν το πιστεύω! Είχα φύγει και είχα αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Μπήκα γρήγορα
μέσα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Αχ, ας μην μας είχαν πάρει τίποτα. Ποιος
άκουγε μετά τη μαμά.

-Γεια σου, ακούστηκε μια χοντρή φωνή πίσω μου.
Γύρισα τρομαγμένη και με αυτό που αντίκρισα τρόμαξα ακόμα περισσότερο. Ένας
ψηλός και σωματώδης άντρας με στόχευε με ένα πιστόλι.
-Στη θέση σου δεν θα φώναζα για βοήθεια. Αν είσαι συνεργάσιμη δεν θα πάθεις
τίποτα. μου είπε και μου άρχισε να μου δένει μια κορδέλα γύρω από τα μάτια μου.
Ένοιωσα την ανάσα του στο πρόσωπό μου.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ενστικτωδώς άπλωσα το χέρι μου και τράβηξα την κορδέλα
ενώ με το άλλο τον χτύπησα στο πρόσωπο. Άρχισα να τρέχω. Πριν φτάσω όμως άκουσα
ένα πυροβολισμό. Ένας φρικτός πόνος στον ώμο μου με έριξε κάτω. Άρχισα να
φωνάζω για βοήθεια όταν δυο χέρια με άρπαξαν. Εκείνη την ώρα η πόρτα του
δωματίου άνοιξε. Μπήκα μέσα δεκάδες άνθρωποι με όπλα στα χέρια.
Τα χέρια του άντρα με άφησαν. Άρχισε να τρέχει. Οι άλλοι όμως ήταν πιο πολλοί.
Τον έπιασαν. Κάποιος με σήκωσε απαλά και με πήρε στην αγκαλιά του. Το κεφάλι
μου πονούσε. Το χέρι μου πονούσε. Αλλά ήξερα ότι ήμουν καλά.
Απλά χαμογέλα, θυμήθηκα τη φράση της μαμάς. Έτσι κι εγώ χαμογέλασα και αφέθηκα
στην αγκαλιά αυτού που με κρατούσε.


Το φως δεν σημαινει απαραιτητα πως ειναι καλο
και ουτε το σκοταδι πως ειναι κακο.
avatar
daughter of hecate
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 279
Points : 5934
Ημερομηνία εγγραφής : 12/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : στον κοσμο τον δικο μου...

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: παντα διαβαζα βιβλια.απο τοτε που με θυμαμαι.με την συγγραφη αρχισα φετος.αν και στο δημοτικο εγραφα μικρες εκθεσεις που παντα αρεσαν σε ολους.για αυτο ασχοληθηκα πιο πολυ φετος.απο οσο μου εχουν πει καποια ατομα,τους αρεσει αυτο που γραφω.χαιρομαι για αυτο.η συγγραφη ειναι μια διεξοδο απο την μουντη καθημερινοτητα.ετσι το βλεπω εγω!αρα ισως και να ειναι ενα σημαντικο κομματι της προσωπικοτητας μου:)

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από daughter of hecate Την / Το Τετ Οκτ 26, 2011 7:56 am

ιστορια της Marilou

.Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρω του κόσμο Θα σε πάντα δικός μου, θα ‘ μαστε πάντα μαζί….


Μια κοπέλα με πυρόξανθα μαλλιά καθόταν στην αυλή του σπιτιού της. Η άσπρη
κούνια που κουνιόταν αργά έκανε τα μαλλιά της να φαίνονται σα φλόγες που είναι
έτοιμες να σε καταπιούν κάθε φορά που τα ακουμπούσε ο ήλιος. Συνέχισε να
τραγουδά και να κοιτά το σιντριβάνι που βρισκόταν μπροστά της.

Δύο ζευγάρια μάτια την παρακολουθούσαν από μακριά.


Αριάδνη: Δεν είναι καλά Μάνο. Κάθε μέρα γίνεται χειρότερα.

Μάνος: (κοιτώντας τη γυναίκα του ανήσυχα) Λες να μην το ξέρω. Αγρίμι έχει
γίνει!
Αρ: Τι θα κάνουμε?
Μα: Υπομονή Αριάδνη! Μόνο αυτό μπορούμε να κάνουμε.

Έριξαν άλλη μια ματιά στην όμορφη κοπέλα και μπήκαν μέσα.


Η κοπέλα σταμάτησε να τραγουδά. Σταμάτησε να κάνει κούνια. Σχεδόν σταμάτησε να
αναπνέει.

Δεν μπορεί… όχι …είναι αδύνατον.

Μια μορφή την πλησίαζε. Μια μορφή αγγελική.


Ελισάβετ- Χρήστο? Μα… μα πως?

Χρήστος : Είμαι εδώ αγάπη μου! Πάντα εδώ.

Ένα δάκρυ κύλησε από τα όμορφα μάτια της.


Προχώρησε αργά, σαν υπνωτισμένη, προς το σπίτι και φώναξε τη μαμά της.


Αρ- Πες μου αγάπη μου.

Ε: Θέλω να πάμε σε εκείνη τη γιατρό. Θέλω να γίνω καλά.
Η Αριάδνη αγκάλιασε σφιχτά την κόρη της και κοίταξε τον άνδρα της με βουρκωμένα
μάτια.

Λίγες ώρες μετά η Ελισάβετ βρισκόταν στο γραφείο μιας ψυχολόγου. Στην
μισάνοιχτη πόρτα φαινόταν η ταμπέλα που γυάλιζε από το φως του διαδρόμου.
Κατερίνα Κουκουζέλη.

Περίμενε στην αίθουσα αναμονής με τη μητέρα της. Η γραμματέας έβαφε τα νύχια
της και άκουγε μουσική.


Η συρόμενη πόρτα άνοιξε και μια καλοσυνάτη κοπέλα , γύρω στα τριάντα με κόκκινα
μαλλιά δεμένα σε μια πλάγια πλεξίδα εμφανίστηκε χαμογελώντας.


Μια άλλη κοπέλα ξεπρόβαλε πίσω της . Ατημέλητη, με μελαγχολικά μάτια και
μαύρους κύκλους. Στο πρόσωπο της είχε κάτι σαν χαμόγελο αλλά η μελαγχολία δεν
σε άφηνε να το διακρίνεις.


Κατερίνα- Λοιπόν Ιόλη, θα τα πούμε αύριο… Καλή ξεκούραση.


Η κοπέλα έγνεψε κοίταξε μελαγχολικά την Ελισάβετ και έφυγε.

Αριάδνη- Γεια σας δεσποινίς Κατερίνα… Ευχαριστώ πολύ που δεχτήκατε την κόρη
μου.
Κα- Παρακαλώ κυρία Αντωνίου. Θα σας καλέσω μόλις τελειώσουμε.
Αρ- Εντάξει. Και πάλι ευχαριστώ.

Η Αριάδνη έφυγε και η Ελισάβετ ακολούθησε μέσα την Κατερίνα.

Έκατσε στην καρέκλα και κοιτούσε την Κατερίνα στα μάτια.

Κα- Λοιπόν Ελισάβετ , λέγομαι Κατερίνα και είμαι εδώ για να σε βοηθήσω . Αρκεί
να μου μιλήσεις .Πες μου, γιατί είσαι τόσο μελαγχολική?


Ε: (κατάπιε κι ένιωσε τον κόμπο στο λαιμό να την πνίγει πιο πολύ από ποτέ.) Όλα
ξεκίνησαν δύο μήνες πριν. Ήταν Ιούνιος, είχαμε κατέβει με τους γονείς μου στην
Μονεμβασιά και ήταν όλα τόσο βαρετά. Ήμουν κλεισμένη μες στο σπίτι και διάβαζα
μανιωδώς. Μυθιστορήματα, άρλεκιν τα πάντα. Ήμουν πολύ θυμωμένη. Με το ζόρι τους
μιλούσα.

Η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγο εγωίστρια. (χαμογέλασε και ένιωσε τους μυς της
να τραβιούνται, πόσο καιρό είχε να χαμογελάσει) Μου είχαν απαγορεύσει να πάω
εκδρομή μες του φίλους μου και είχα νευριάσει.

Ένα πρωί, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στην παλιά πόλη. Να δω το κάστρο, να πάρω
δώρα στους φίλους μου. Το λεωφορείο σταμάτησε ακριβώς έξω από την είσοδο του
κάστρου. Μπήκα μέσα και άρχισα να περπατάω έτοιμη να γνωρίσω το όμορφο κάστρο.


Περιπλανήθηκα ώρες, χαμογελούσα, έβγαζα φωτογραφίες…


Γύρω στις 4 έκατσα ξεθεωμένη σε μια όμορφη καφετέρια. Καθώς έτρωγα το παγωτό
μου ένιωσα κάτι παγωμένο να πέφτει επάνω μου.

Γύρισα ξαφνιασμένη και τότε τον είδα.

Τα μάτια μου καρφώθηκαν στα δικά του και χάθηκαν στον ωκεανό τους.


-Χίλια συγνώμη, με συγχωρείτε, είμαι τόσο..

Εγώ τον κοιτούσα. Ήταν τόσο όμορφος.
Ε-Δεν πειράζει. ..του χαμογέλασα και μόλις μου ανταπέδωσε ένιωσα ένα
σκίρτημα
-Χρήστος!!
Ε- Ελισάβετ!
Χ- Χάρηκα πολύ…
Ε- Εεε κι εγώ..Θες να κάτσεις?

Χ- Φυσικά. Κερνάω κιόλας για να σου ξεπληρώσω το μπουγέλο…
γέλασε
και η καρδιά μου άρχισε να χορεύει..
Από τότε ήμασταν συνέχεια μαζί , κολυμπούσαμε, βγαίναμε βόλτες
Μπήκε ο Ιούλιος και ούτε που το κατάλαβα.
Τον είχα ερωτευτεί παράφορα. Απόλυτα!

Ένα βράδυ μου έκανε ερωτική εξομολόγηση. Ένιωθα τόσο ευτυχισμένη.

Γίναμε ζευγάρι και οι γονείς μου τον λάτρεψαν…

Καθόμασταν στην παραλία… Αγκαλιά δίπλα στη φωτιά.

Χ- Λίζα, αν ποτέ πάθω κάτι και χαθούμε, μου υπόσχεσαι πως δεν θα με ξεχάσεις?
Ε- Μα τι σ’ έπιασε τώρα?
Χ- Απάντησε μου…
Ε- Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ…. Αλλά και να θέλω δεν θα μπορώ, θα είμαστε για πάντα
μαζί!
Χ- Δεν ξέρω αγάπη μου, έχω ένα κακό προαίσθημα.
Του χαμογέλασα και έπιασα την κιθάρα του. Του την έδωσα και άρχισε να τραγουδά
το τραγούδι μας.

Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρω του κόσμου

Θα σε πάντα δικός μου, θα ‘ μαστε πάντα μαζί
Και δεν θα σου λείπω γιατί θα ‘ ναι η ψυχή μου
Το τραγούδι της ερήμου που θα σ’ ακολουθεί.

Η Κατερίνα κοίταξε την Ελισάβετ που άρχισε να τρέμει…

Κα- Συνέχισε..Τα πας πολύ καλά…

Η Ελισάβετ σκούπισε τα δάκρυά της και συνέχισε ανασαίνοντας βαριά.


Την επόμενο πρωί είχαμε κανονίσει να πάμε για μπάνιο με τη μηχανή. Τον περίμενα
στο μπαλκόνι χαρούμενη. Του είχα ετοιμάσει και το αγαπημένο του γλυκό. Άκουγα
ξέγνοιαστα ραδιόφωνο …

Κάθε λίγο κοίταζα την γωνία και περίμενα να φανεί.

Το ραδιόφωνο διέκοψε απότομα το ευχάριστο πρόγραμμα πήγα εκνευρισμένη να το
κλείσω όταν άκουσα την ψυχρή φωνή του εκφωνητή να λέει…


-Τροχαίο ατύχημα συνέβη πριν λίγη ώρα στη
Νέα πόλη της Μονεμβασιάς.
Ο 19χρονος Χρήστος Αργυρίου, βρήκε ακαριαίο θάνατο…

Ούρλιαξα τόσο δυνατά που ένιωσα να σκίζονται τα σωθικά μου…

Ο Χρήστος μου… νεκρός… νε….


Τα επόμενα λόγια πνίγηκαν στους λυγμούς και στα δάκρυα…

Η Κατερίνα ακούμπησε την Ελισάβετ στον ώμο με συμπονετικό χαμόγελο…

Κα- Όλα θα πάνε καλά… Η Αρχή έγινε…


Το φως δεν σημαινει απαραιτητα πως ειναι καλο
και ουτε το σκοταδι πως ειναι κακο.
avatar
daughter of hecate
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 279
Points : 5934
Ημερομηνία εγγραφής : 12/08/2011
Ηλικία : 21
Τόπος : στον κοσμο τον δικο μου...

Writer ID - Ταυτότητα Συγγραφέα
Λίγα λόγια για μένα..: παντα διαβαζα βιβλια.απο τοτε που με θυμαμαι.με την συγγραφη αρχισα φετος.αν και στο δημοτικο εγραφα μικρες εκθεσεις που παντα αρεσαν σε ολους.για αυτο ασχοληθηκα πιο πολυ φετος.απο οσο μου εχουν πει καποια ατομα,τους αρεσει αυτο που γραφω.χαιρομαι για αυτο.η συγγραφη ειναι μια διεξοδο απο την μουντη καθημερινοτητα.ετσι το βλεπω εγω!αρα ισως και να ειναι ενα σημαντικο κομματι της προσωπικοτητας μου:)

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ιστοριες 1ου Διαγωνισμου!!

Δημοσίευση από RockPrincess Την / Το Σαβ Ιαν 07, 2012 5:58 am

Πότε έρχεται ο 2ος διαγωνισμός;;
Οι διαχειριστές, μπορείτε να μου στείλετε προσωπικό μήνυμα γιατί θέλω να συμμετέχω και εγώ; Σας ευχαριστώ πολύ! Smile)

RockPrincess
Απλός Αναγνώστης
Απλός Αναγνώστης

Αριθμός μηνυμάτων : 8
Points : 5274
Ημερομηνία εγγραφής : 28/08/2011

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης